Dictionary

 

Download the PontosWorld dictionary         Other dictionary

 

Α - a


Αβούτο/Αούτο - Αυτό - Avooto/Aooto - This
Αγγαλώ - Κάνω παράπονα, Kάνω μήνυση - Angalo - I complain, I indict
Αγγεύω - Αναφέρω - Angevo - Mention
Αγγόνα - Φύδι - Angona - Snake
Αγδήν - Κονίαμα και Γουδοχέρι - Agthin - Mortar and Pestle
Αγελάδ/Xτήνον/Βούδ - Αγελάδα - Ayelath/Xtinon/Vooth - Cow
Aγληγορεί - Bιάζεται - Agligori - Hurry
Αγλιανεύκουμαι - Περνάω ευχάριστα - Aglianefkoume - Happily passing one's time
Άγνεφος (ή έγνεφος)- Ξύπνιος - Agnefos (or Egnefos) - Bright Male
Αγνόν - Περίεργο/Παράξενο - Agnon - Unusual or Weird
Αγούρ - Αγόρι - Agoor - Boy
Aγραεύω/'γραεύω - Παθαίνω - Agraevo/Graevo - Happening (to me)
Αγράμπελον - Άγριο Αμπέλι - Agrambelon - Wild Vineyard
Αγράνεμον - Άγριος Ανεμος - Agranemon - Wild Wind
Αγρασεύω - προσπαθώ - Agrashevo - I try
Αγρούμαι - Φοβάμαι - Agroumeh - I'm scared
Αγρός - Aγριάδα - Agros - Wildness (απο τη λέξη άγραστη)
Αγροτέρ - Το σκιάχτρο - Agroter - Scarecrow
Αγροχάπαρος - Αυτός που φέρνει άσχημα νέα - Αgrohaparos - He who brings bad news
Άγω-ομαι - Πήγαινε - Agomai - To Go
Aδακά - Εδώ πέρα - Athaka - Over here
Αδραχτερόν - Μικρό καλάθι για να βαζουν αδράχτι - Athrachteron - Small basket used to hold a spindle
Αεργίτες - Νοέμβριος - Aergites - November
Αερόπον - Άνεμος - Aeropon - Wind
Αέτς - Έτσι - Aets - Like this
Αζπάρια - Αυλόπορτες ή εξώπορτες παράθηρου - Azparia - Yard Gates
Αήξα/Αήκος/Αήκον - Αυτή/Αυτός/Τέτοιο - Aiksa/Aikoss/Aikon - This (female)/This (male)/This (thing)
Αητέντς - Αετός - Aitents - Eagle
Άθια - Άνθη - Αnthia - Blooms
Αι(γ)ίδ - Κατσίκα - Αι(g)ith - Goat
Aΐκο - Aυτό - Ayiko - This
Αίκος - Τέτοιος - Ayikos - (like) Him
Α'ι'τέστε - Προχώρα - Aiteste - Go on
Αίχτρια - Ξαστεριά - Aichtria - Clear Sky
Aκεί - Εκεί - Αki - Τhere
Ακεκά - Εκεί πέρα - Akeka - Over there
Άκλερο - Που δεν εχει οικογενοια, ο μονος - Aklero - Without a family (orphan)
Ακρέπ -Σκορπιός - Akrep - Scorpion
Ακρόχασην - Προσοχή, σημασία - Akrohasin - Attention
Άκ'σον - Άκου - Akson - Listen
Άλας - Αλάτι - Alas - Salt
Αλάχτορι - Κόκκορας - Alachtori - Rooster
Αλείφκουμεν - Αλείφομαι - Alifkoumen - I apply/spread onto myself
Αλείφτω - Αλείφω - Alifo - I apply/spread
Αλεπουδόπον - Μικρή Αλεπού - Alepouthopon - Small Fox
Αλιά - Ειδικά - Alia - Especially
Αλικόν - Με αλάτι - Alikon - Salty (or the colour Red)
Αλιμίδ - Άλμη - Alimith - Βrine
Άλλον - Άλλο - Allon - Another
Άλτς - Άλλους - Alts - Others
Άμον - Σαν - Amon - Like
Άναβα - Εκτός - Αnava - Αpart from
Ανάθεμα - Ανάθεμα - Anathema - Detested or loathed
Άναλον - Ανάλατο - Analon - Without Salt
Αναμένω - Περιμένω - Anameno - Wait
Ανάμνον - Περίμενε - Anamnon - Wait
Ανάντριστος - Ανύπαντρη - Anantristos - Single female
Αναπάουμες - Ξεκουραζόμαστε - Anapaoumess - We rest
Άνασμαν - Αναπνοή - Αnasman - Βreath
Ανασπάλω - Ξεχνάω - Anaspalo - I forget
Αναστορώ - Ανιστορώ (ή θυμάμαι) - Anastoro - Relate/Recollect (or remember)
Άναυα - Eκτός από - Anava - Except (apart from)
Aναχάπαρα - Ξαφνικά - Αnachapara - Suddenly
Aνέντροπος - Αυτός που δεν ντρέπεται - Anentropos - One who is not ashamed
Ανοιγάρ - Kλειδί - Anigar - Key
Αντάλια - Σειρές με φυτά - Antalia - Rows of plants
Ανταμώθαμε - Συναντηθήκαμε - Αndamothame - We met each other
Aντράδελφο μ' - Kουνιάδος μου - Antrathelfom - Brother in law
Αντρίζ' - Γυναίκα Παντρεύεται - Antriz - Female getting married
Αντρίζω - Παντρεύομαι - Antrizo - (I am going to be) married
Aνύλιγον - Aυτό που δεν στραγγίσαμε - Aniligon - We haven't drained
Ανωρίαστον - Αφύλακτο - Αnoriaston - Unguarded
Αξινάρ - Τσικούρι - Aksinar - Axe
Απάν - Επάνω - Apan - On
Άπαν' 'κες - Εκεί επάνω - Apan Kess - Up there yonder
Απαρδάλια - Μονοχρωμία - Μονόχρωμα,μη παρδαλά - Aparthalia -
Απασάρεφτος - Ανίκανος - Αpashareftos - Ιncapable
Απές - Μέσα - Apess - In
Aπεσ'αφοτι - Mεs'το δασος - Apes'afoti - In the forest
Απετchάρευτος - Ανίκανος - Apetchareftos - Incapable male
Aπίδ - Aχλάδι - Apith - Pear
Απιδεαβαίνω - Φεύγω - Apitheavehno - I leave/depart
Απόθεν - Άπο που - Apothen - From where
Αποθάνω - Πεθαίνω - Αpothano - I die
Απομένω - Μένω (αλλά όχι κατοικώ) - Apomeno - I remain
Απονεγκάσκουμαι ή αναπάουμαι - Ξεκουράζομαι - Αponegkaskume or anapaume - to rest
Απονεγκάζω - Ξεκουράζω - Aponegkazo - I Rest
Απονεγκάshκουμαι - Ξεκουράζομαι - Aponengashkoome - I rest
Αποχασμούμεν - Χασμουριέμαι - Apochasmoumen - I yawn
Αποτυλίζω - Ξετυλίγω - Apotiligo - I unwrap
Aπουρπουνού - Πρωΐ - Apourpounou - Morning
Απράναν - Πριν λίγο - Apranon - Earlier
Αραέτς - Έτσι ακριβώς - Araets - Like that
Αραεύω - Ψάχνω - Araevo - I search
Αραμπά - Αμάξα - Arampa - Car
Aρκατάς - Σύντροφε - Αrkatash - Companion
Άρκος - Αρκούδα - Arkos - Bear
Aρλανεύκουμai - Στεναχωριέμαι (ή παραπονιέμαι) - Arlanefkoume - To worry
Αρλίν - Στεναχωρεμένο αλλα και Παραπονιάρικο - Αrlin - Sad or Whingeing
Aρνiκόν - Aρσενικό - Arnikon - Male
Αρshιά - Kέντημα - Arshia - Embroidery
Aρσούζης/Αρσίις - Ζωηρός - Arsooziss/Arseeiss - Lively male
Αρωθυμία - Αποθυμία - Arothimia - Reminisce
Α σήν - Απο - Asin - From
Ασηράχαντος - Σκαντζόχοιρος - Asiraxantos - Hedgehog
Άσκεμα - Άσκημα - Ashkema - Bad/Severe
Άσκρια - Άχυρα - Askria - Straw
Ασλαεύω - Εμβολιάζω (φυτά) - Aslaevo - Vaccinate (plants)
Ασορόν - Aποθήκη - Asoron - Storage room
Αστόsh - Κάποιος που είναι μόνος - Astosh - Lonely person
Αστάshια - Άχυρα - Astashia - Straw
Aτεβήρευτον - Αυτό που στέκει όρθιο - Atevirefton - Standing upright
Άτι-πούτια - Τα ποπ-κορν - Ati-poutia - Pop Corn
Aτλαεύω - Kανω μεγάλω βήμα,υπερπηδώ - Atlaevo - Large step/stride
Ατό - Αυτό - Ato - This
Ατότες - Τότες - Atotes - Then
Ατούκα - Εκεί πέρα - Atouka - Over there
Ατσάπαν(Άτσαπα) - 'Αραγε - Atsapan (Atsapa) - I wonder
Ατσάπς - Άραγε - Atsaps - I wonder
Aτσελέα - Βιαστικά - Atselea - In a hurry
Ατώρα - Τώρα - Atora - Now
Aύριον - Αύριο - Avrin - Tomorrow
Aυτσου - Όποιος - Aftsou - Whoever
Άφ'σον/Αφς - Άφησε - Afson/Afs - Leave Alone
Αφκά - Κάτω - Αfka - Down
Αφορεσμέντσα - Kαταραμένη - Aforesmentsa - Curse at a female
Aφορισμέντζα - Aνοιχτομάτα - Aforismentsa - Open eyed female
Αφορισμένος - O ανοιχτομάτης ή άτακτος - Αforizmenos - Naughty or sly male
Αφουκρούμαι - Ακούω (εκ του αφουγκράζομαι προφανώς) - Afookroomeh- I listen
Άφτει (Ν'άφτει) - Να ανάψει - N'afti - To turn on
Άφτω - Ανάβω - Afto - I light
Αφορισμένος - Άτακτος - Aforizmenos - Naughty (male)
Αφώτιστο - Αβάπτιστο - Afotisto - Not yet christened
Αχάντ - Αγκάθι - Achant - Τhorn
Αχάντε(α) - Αγκάθια - Ahante(a) - Thorns
Αχμάκ'ς - Βλάκας - Achmaks - an Idiot
Αχούλ' - Το μυαλό - Achoul - Brain
Αχπάνω - Ξεκολλάω - Achpano - I unglue
Aχπαραγμένο - Τρομαγμένο - achparagmeno - frightened
Αχπάσκουμαι - Θα Ξεκινήσω - Achpashkoume - I will begin
Αχταλεύω - Σκάβω - Achtalevo - I dig
Άψιμον - Φωτιά - Apsimon - Fire


Β - β 

Βάλον/Βάλεν - Βάλε - Valon/Valen - Put
Βαρεσιγμένο - Οκνηρό- Varesigmeno - Lazy
Βαρεσμέντσα - Έγκυος - Varesmentsa - Pregnant
Βαρκίζω - Τσιρίζω - Varkizo - I scream
Βίντος - Αλογόμυγα - Alogomiga - Horsefly
Βούκα - Μπουκιά - Vouka - Mouthful
Βουκούμεν - Μπουκόνομαι - Voukomen - I'm full
Βουκώνω - Δίνω σε κάποιον μπουκιά - Voukono - I give someone a mouthful
Βούραν - Xούφτα - Voura - Handful
βουρκιάντ - ξύλο που χτυπούσανε τα βόδια - vourkiant - a stick used to hit an ox
Βραshόλ - Βραχιόλι - Vrashol - Bracelet
Βρεshήν - Βροχή - Vreshin - Rain
Βρούλα - Φωτιά - Vroula - Fire

 


Γ- γ

Γαβούν - Πεπόνι - Gavoun - Melon
Γαιδούρ/Γαιδίρ - Γαίδαρος - Yaithour/Yaithir - Donkey
Γαίς - Λουρίδα - Gaish - Belt
Γάλε Γάλε (ή Στέρια Στέρια) - Σιγά Σιγά - Gale Gale (or Steria Steria) - Slowly Slowly
Γαλή - Γάτα - Galin - Cat
Γάλια - Σιγά - Galia - Slowly
Γανάτ - Φτερό - Ganat - Wing
Γαντουρεύω - Πείθω - Gantourevo - To convince or persuade
Γαργάτς - Ένα είδος δέντρο (καραγάτσι) - Gargats- A type of tree
Γαρή - Σύζηγος - Gari - Wife
Γενεάν - Γενεά - Yenean - Generation
Γεράν - Πληγή - Geran - A Wound
Γερανέον - Γαλάζιο - Geraneon - Light blue
Γιαβάς, Γιαβάσια (Toυρκικό) - Σιγά Σιγά - Yiavas, Yiavasia - Slowly Slowly
Γιαγλίν - Λιπαρό - Yiaglin - Greasy
Γιαμ' - Μήπως - Yium - Perhaps
Γιατρικόν - Φάρμακο- Yiatrikon - Medicine
Γιεργάν - Πάπλωμα - Yιergan - A bed douna
Γιοσμάς - Λεβέντης, όμορφος - Yiosmas - Fine man, good looking
Γλιάζω - Γλυστρώ - Gliazo - I slide
Γλουπίζω - Ξεφλουδίζω - Gloopizo - Peel
Γνεφίζω - Ξυπνώ - Gnefizo - I Wake Up
Γολάι (ή Κολάι) - Εύκολο - Golay (or Kolay) - Easy
Γολτούκ' - Μασχάλη - Goltouk - Armpit
Γομάτο - Γεμάτο - Gomato - Full
Γομώνω - Γεμίζω - Gomono - I fill up
Γονοshεύω - Μιλάω, Συζητάω - Gonoshevo - I talk, converse
Γουζλάρακας - Oμοφυλόφιλος - Gouzlarakas - Gay
Γούλα - Λαιμός - Goula - Neck
Γονουσεύω - Μιλάω - Gounoushevo - I Speak
Γουήν - Λάκος - Gouin - Ditch/pit
Γουρπάν(ι) - Θυσία - Gourpan - Sacrifice
Γουρτάρεμαν - Σωτηρία - Gourtareman - Rescue Effort/Salvation
Γουτουρεμένον - Zωηρό/Λυσσασμένο - Goutouremenon - Wild/Frenzied
Γουρταρεύω - Σώζω - Gourtarevo - Escape or Save
Γουζεμέντζα/Κουζεμέντζα - Θυμωμένη - Gouzementza/Kouzemenza - Upset or Angry female
Γουτουρεύω - Κάνω αταξίες (τρέλλες) - Gootoorevo - I misbehave
Γράφτω - Γράφω - Grafto - I write
Γρέα - Γριά - Grea - Old Lady
Γριντζίλια - Ούλα - Grintzilia - Gums
Γυναικίζ' - Ο άντρας παντρεύεται - Yinekiz - A male getting married
Γυργήρης - Ουράνιο Τόξο - Yiryiris - Rainbow


Δ - δ


Δαβρίν - Μπαστούνι (χοντρό ξύλο) - Thavrin - Walking Stick (or thick piece of wood)
Δάκω - Δαγκώνω - Thako - Bite
Δάξιμο - Δαγκωματιά - Thaksimo - a Bite
Δε(α)βέν - Περνάει - The(a)ven - Goes past
Δε(α)βαίνω - Περνάω - The(a)venoh - I pass by
Δέβα - Πίγαινε - Theva - Go
Δείκω - Δείχνω - Thiko - I Show
Δεϊκνίζω ή Δεϊξίζω - Δείχνω - Deιknizo or Deiksizo - I show
Δελιάουμαι - Μπερδεύομαι - Deliaoumeh - I get mixed up/tangled
Δελιαστήρα/η - Το δίχτυ της αράχνης - Deliastira/i - Spider's Web
Δεμέσια - Φύλλα απο ζιμάρι - Themesia - Food comprising layers of dough and various vegetables in between
Δεν ή Τηδέν - Τίποτα - Tithen - Nothing
Δεξάμενος - Νονός - Deksamenos - Godfather
Δέσκαλος - Δάσκαλος - Theskalos - Male Teacher
Διαβαίν - Περνάει - Τhiaven - Passes by
Διαβαίνω - Περνάω - Thiaveno - I pass by
Δίγω - Δείνω - Thigo - I Give
Διπλάζω - Διπλασιάζομαι - Thiplazo - I am doubled
Δίψυχος - Έγκυος - Thipsichos - Pregnant
Δουλία - Δουλειά - Doulia - Job
Δουρβάν (ή Ξυλάγκ) - Με αυτό έκαναν το βούτυρο - Thourvan - Utensil used to make butter


Ε - ε

Εβώρα - Ίσκιος - Evora - Shade
Εγαβούρεψα - Έψησα - Egavourepsa - To bake, fry or roast
Έγκα - Έφερα - Egka - I brought
Εγνάψα (ή Εγάνεψα) - Κατάλαβα - Egnapsa - I understand
Εγνέφσα - Ξύπνησα - Egnefsa - I woke up
Eγομώθαν - Γέμισαν - Yemisan - Filled
Εγούζεψα (Γιζεύω-Γουζεύω)- Θύμωσα υπερβολικά (Θυμώνω υπερβολικά)- Egouzepsa (Ghizevo-Ghouzevo) - I got angry
Eγουτούρεψα - Nύσταξα - Εgoutourepsa - I get sleepy
Εγρoίξα - Κατάλαβα - Egriksa - I Understand
Εέντονε - Έγινε - Entone - It Happened
Έι Κιτί - Επιφώνυμα νοσταλγίας - Ey Kiti - Term used to describe feeling of nostalgia
Eκικά - Eκεί - Ekika - Over there
Εκλείδωσα - Κλείδωσα - Eklithosa - I Closed
Εκοσαρίασα - Kρυώνω - Ekosariasa - I'm feeling cold
Εκούξεν - Φώναξε - Ekouksen - Shouted
Έκσα - Άκουσα - Eksa - I heard
Έκσες - Άκουσες - Ekses - You Heard
Εκshίεν - Χύθηκε - Ekshien - It spilt
Eλάτο - Χριστουγεννιάτικο Δέντρο - Elato - Christmas Tree
Ελέα - Ελιά - Elea - Olive
Eλέπω - Βλέπω - Elepo - I look
Eλίεν - Έλιωσε - Eliyen - Melted
Eμάΐρεψα - Mαγείρεψα - Emayirepsa - I cooked
Eμέτσα - Μέθυσα - Emetsa - I got drunk
εμοβόρα - δεν είναι φυλική - emovora - unfriendly
Έμορφος - Όμορφος - Emorfos - Handsome (Male)
Eμπαλίζ - να κλείσεις ένα ξεσκησμα ρούχου - embaliz - sew up a hole in clothing
Eμποδισμέντζα - Έγκυος - Εmpothismentza - Pregnant
Έμποδος - Έγκυος - Empothos - Pregnant
Eιν - Eίναι - Inn - They are
Εν - Είναι - Enn - It is
Έναν ξα - Λίγο - Enan Ksa - A little
(Ε)νεγκάστα - Κουράστικα - Enegkasta - I got tired
Ενέσπαλα - Ξέχασα - Enespala - I Forgot
Εντόκα - Χτύπησα - Endoka - Ι Hit
Eντάμα/Ουντάμαν - Mαζί - Entama/Oontaman - Together
Έξα- Άκουσα - Εksa - I Heard
Έξαψα - Άναψα - Eksapsa - I Lit Up
Εξέβα - Βγήκα - Ekseva - Got Out Of
Έξεργος - Αργία - Eksergos - Holiday
Eξίεν - Xύθηκε - Ekshien - Spilt
Επαλάλωσα - Τρελάθηκα - Epalalosa - I've Gone Crazy
Επαλληλάεψα - Αποτύποσα - Epalilaepsa - I imprinted
Επάτεσα - Πάτησα - Epatsa - I Stepped On
Eπενεγκάshκουμαι - Ξεκουράζομαι - Epenegkashkoumeh - I'm resting
Επέζεψα - Βαρέθηκα/Συγχάθηκα - Epezepsa - Bored
Εποίκα - Έκανα - Epika - I did
Έπρέστα - Πρήστηκα - Empresta - Feeling of fullness/bloatedness
Eριάζω - Προσέχω - Eriazo - I watch carefully
Ερούξεν - Έπεσε - Erouksen - It Fell
Έρχουνταν - Έρχονται - Erxontan - (they are) Coming
Eροθύμεσα (ή αροθύμεσα)- Πεθίμισα - Erothimesa (or Arothimesa) - Ι remembered
Εσασίρεψα - Μπερδεύτηκα - Esasirepsa - I got mixed up/confused
Εσέβα - Μπήκα - Εseva - Ι Εntered
Έσειρα - Πέταξα - Esira - I throw/drop
Εσκούται / Σηκούται - Σηκώνεται - Eskoute - Gets Up/Rises
Έτερος - Άλλος - Eteros - Other (Person)
Έτερον - Έτοιμο - Eteron - Ready
Eτιγνάεψα - Kατάλαβα - Etignaepsa - I understood
Έτονε - Ήταν - Etone - Was
Ετσάκοσα - Έσπασα - Etsakosa - I broke something
Ετσάκωσεν - Έσπασε - Etsakosen - It broke
Eτσαραφήγα - Γραντζουνίστηκα - Etsarafiga - Scratch
Εύκερο - Άδειο - Efkero - Empty or vacant
Εύκαιρος - Επιπόλαιος - Efkeros - Mindless or Silly
Εφέκα - Άφησα - Εfeka - I left (to leave) alone
Εφκαιρώνω - Aδιάζω - Efkerono - I empty
Εφτάγω - Κάνο - Eftago - To do
Eφτουλάξα - Παθαίνω ασφυξία ή Σταναχωρέθηκαι- Eftoulazo - To choke (asphyxiation) or To worry
Εφώτσα - Βάφτησα - Efotsa - I baptised
Eχάθεν - Χάθηκε - Echathen - Something is lost
Εχαρέθα - Πήρα χάρη - Exaretha - Received Joy


Ζ - ζ

Ζαέρ - Μάλλον μπορεί -Zaer - Maybe (or possibly)
Ζαήφκος - Αδύνατος- Zaifkos - Skinny
Zάντενα - Τρελλή - Zantena - Crazy Female
Ζαντή/Ζαντέσα - Τρελλή - Zanti/Zantessa - Crazy Female
Ζαντίνω - Τρελλαίνομαι - Zantino - (go) crazy
Ζαντός - Τρελλός - Zantos - Crazy Male
Ζαρωτά - Στραβά - Ζarota - Wry (crookd)
Ζατί - Όπως χρησιμοποιείται το ιστέ κάτι σαν το "μωρέ"(άνευ σημασίας και όχι εκ του "μωρός") - Zati -
Ζεγκινλούκια - Πλούτη - Zenginlookia - Wealth
Ζεγκίντς - Πλούσιος - Zengints - Rich
Ζελεύω - Ζηλεύω - Zelevo - I'm jealous
Ζεμία - Ζημιά - Zemia - Damage
Ζενγκιλούκ - Πλούτος - Zengilouk - Wealth
Ζερταλίδ - Βερύκοκκο - Zertalith - Apricot
Ζηνίshια - Χάντρες - Zinishia - Beads
Ζιάρ - Μπορεί - Ziar - Maybe
Ζιντζίρ/Ζεντζίρ - Aλυσίδα - Zintzir/Zentzir - Chain
Ζονάρ - Ζώνη - Ζonar - Βelt
Ζουβάλ - Ενα είδος καλαμπόκι - Zouval - Indian Corn
Ζουμάρ - Ζυμάρι - Zoumar - Dough
Ζουπούνα ή Ζιπούνα - Γυνακεία φωρεσιά - Zoupouna or Zipouna- Woman's Costume/Robe
Ζουρνά - Μουσικό όργανο ‘ζουρνά' - Zourna - Musical Instrument (woodwind)
Ζυγιάζω - Ζυγίζω - Zigiazo - I weigh
Ζυμοτρόν/ζούμωτρον - Λεκάνη για την ζύμη - Zimotron/Zoumotron - Cooking utensil (bowl) for making dough


Η - η

Hβρίζω - καθάρισμα σιταριού ή σουσάμι - ivrizo - to work on wheat or sessame seeds
‘Ηλα - Ειδικά - illa - Especially
Ήλο - Ήλιος - ilo - Sun
Hμερούνταν - Eξημερώνονται - Imerountan - Stay out till the early hours
Ήμσον - Μισό - Imson - Half
Ηνανεύω - Πιστεύω - Inanevo - I believe
Ησμαρ - Κλείσιμο του ενώς ματιού - Ishmar - Closing one eye (wink)
Hχώριν - Κάτι εσωτερικό - Ichorin - Inner part of something (απο την Ομηρική λέξη Hχώρ - Θείον αίμα) 


Θ - θ

 

Θάρρεμαν - Ελπίδα - Thuremunn - Hope
Θελ'κόν - Θηλυκό - Thelgkon - Female
Θελκούρας - Άταχτα Κορίτσια - Thelkouras - Troublesome girls
Θεγατέρα - Κόρι - Thegatera - Daughter
Θουρμούλ - Ψίχουλο - Thoormool - Crumb
Θρημούλια ή θρυμουλόπα - Ψήχουλα - Thrimoulia/Thrimoulopa - Crumbs
Θρουμουλίζω - Κάνω κάτι κομματάκια - Throumoulizo - Break into pieces
Θύμπιρα - Θυμάρι - Thimbira - Thyme


Ι - ι

Iατρικό'ν - Φάρμακο -Iatrikon - Medicine
Ιεύ - Ταιριάζει - Iev - It suits
Ιεύω - Ταιριάζω - Ievo - I'm suited
Ιθάκ - Στήθος της Αγελάδας - Ithak - Cow's Breast
Ικιλικιν - Πιθαράκι - Ikilikin - Large jar
Ιλάτς - Αλοιφή φάρμακο - Ιlats -Μedicinal cream
Ιλιαεύω - Χαιδεύω - Iliaevo - To play with adoringly (hug)
Ίνας - Ένας - Inas - One eg. One person
Ινιανεύω - Πιστεύω - Inianevo - I believe
Ινιάτ ή ινάτ - Πείσμα - Iniat or Inat - Stubborness
Ιντέρ - Έντερο - Interr - Intestine
Ιντζίρ - Σύκο - Intzir - Fig
Ιshκιζιάρτς - Επιτυχημένος -Ishkiziarts - Successful person
Ιshμάρ - Νεύμα - Ishmar - Sign
Ίshτε - Εδώ που τα λέμε - Ishte - For argument's sake
Ισαμ' - Ίσα - Isam - Straight
Ισάζωσε - Θα Σε Ισιώσω - Isazose - (I will) Straighten You
Ισκιζιάρτς - Έξυπνος (πετυχαίνει τους στόχους του) - Ishkiziarts - Clever
Ison - Ίsiο - Isson -Straight
Ιτέα - Ιτιά - Itea - Willow Tree


Κ - κ

Κάθαν - Κάθε - Kathan - Every
Καϊτέν - Σκοπός τραγουδιού - Κaiten - Τune of a song
Καλατσεύω - Μηλάω - Kalatsevo - Ι speak
Καλιβώνω - Πεταλώνω (βάζω πέταλα στο άλογο) - Kalivono - I shoe a horse
Καλλίον - Καλύτερα - Kallion - Better
Καλομάνα - Γιαγιά - kalomana - Grandmother
Καμουκέρασα (ή χαμούφτας) - Φράουλες - Kamoukerasa (or Hamouftas) - Strawberries
Κανείται - Φτάνει - Kaneite - Enough
Καντουρεύω - Κοροϊδεύω- Kountourevo - To Fool (someone)
Kαράκωσε - κλείδωσε - karakose - closed
Καρβόν - Kάρβουνο - Κarvon - Charcoal
Καρδόπον - Καρδιά - Karthopon - Heart
Καρτάλ - Γεράκι/Αετός - Kartal - Falcon/Hawk
Καρτάsh - Αδελφός - Kartash - Brother
Καρτελίζω - Κομματιάζω - Kartelizo - I make into small pieces
Καρτόφα - Πατάτα - Kartofa - Potatoe
Κάτα - Γάτα - Κata - Cat
Καταμάγια - Ξύλο που χρησιμοποιείται στο καθάρισμα της στάχτης του φούρνου - Katamagia - Long piece of wood used to clean a wood fired oven
Καυκίν - Μικρό φλυτζάνι - Kafkin - Small cup
Καφούλ - Θάμνος - Kafool - Bush
Κεβιαζιάς ή Κεβεζέας - Πολυλογάς - Keviazias or Kevezeas - Male who talks alot
Kέλεου - μεγάλος ποντικός - keleou - a rat
Κεμεντζέ - Ποντιακή Λύρα - Kemenche - Pontian Lyra
Κεπίν - Κύπος - Kepin - Garden
Κερκέλ - Kουλούρι - Kerkel - Round cake/sweet
Κετσιάρ - Βρόμικο - Ketsiar - Dirty
Κιαβιαζού - μία που μιλάει πολύ - kiaviazou - female who talks alot
Κιαφκίρ - Σουρωτήρι - Kiafkirr - Strainer
Κιντίν - Δειλινο - Kintin - Afternoon/Tea-time
Κιφάλ - Κεφάλι - Kifal - Head
Κλώσκουμαι - Γυρνάω - Kloskoume - I return
Κοκκία - Σιτάρια - Kokkia - Wheats
Κονεύω - Μπαίνω - Konevo - Go Into
Κορκότα - Αλεύρι απο Kαλαμπόκι - Korkota - Corn Flour
Κορτσόπον - Κορίτσι - Kortsopon - Girl
Κοσσάρα - Κότα - Kossara - Chicken
Kοτός - καλαμπόκι - kotosh - corn
Kαυκίν - Ποτίρι - Kafkin - Cup
Kουκαράς - Πασχαλινο παιχνίδι (κρεμύδι με φτερά απο κόκορα - Kookarass - Folkoric Easter game
Κουκουβάκα - Μανιτάρι - Koukouvaka - Mushroom
Kουνίεται - κουνιέται - kouniete - moved
Κουντώ - Σπρώχνω - Kounto - To push
Κούπα - Mπρούμυτα - Koupa - Pronely
Κουπίζω - Όταν τοποθετώ κάτι με τον πάτο προς τα πάνω - Koopizo - I move something up and down
Κουρεύω (ή γουρεύω) - Ταιριάζω - Koorevo - I assemble or turn on
Κουρτώ -Kαταπίνω - Kourto - Swallow
Kουτούνα/κοτσάνι (κεσμίκ in Turkish) -koutouna - the core of a corncob
Κρού(γ)ω - Χτυπώ - Krougo - I hit
Κουτσή - Κορίτσι - Kouchi - Girl
Κοχλακίζω - Bράζω - Kochlakizo - To fry
Κρομίδ - Κρεμίδι - Kromith - Onion
Κυλιντάρ - Ρόδα - Κilintar - Wheel
Κυλιντέρ - Kυλινδρικό (στρόγγυλο) - Kilinter - Cylindrical (circular)
Kχύνω - Ρίχνω - Kshino - I drop


Λ-λ

Λαζίμ-εν λαζίμ - Χρειάζεται - Lazim-en lazim - It's required
Λαζούδ' - Καλαμπόκι - Lazouth - Corn/Maize
Λαΐζω - Kουνάω - Laizo - To swing or sway
Λαήν - Κανάτα - Lainn - Jug
Λαηστέρα - Kούνια - Laistera - A child's swing
Λαϊσκουμαι - Κουνιέμαι - Laiskoumai - I move around
Λαΐστέρα - Κούνια/Κουνίστρα - Laistera - To move / Οr a lady who moves well
Λαλαshεύκουμεν - Κάνω νάζια - Lalashefkoomen - I make a sudden change (caprice)
Λαλάτς - Πέτρα - Lalats - Stone (απο την Ομηρική λέξη Λάας - Λίθος)
Λανγκεύω - Πηδώ - Langevo - To jump
Λαρούμαι - θεραπεύομαι - Laroomeh - I recover/heal
Λαρώνω - Θεραπεύω - Larono - I treat or heal
Λάσκουμαι - Τριγυρνάω - Lashkoumai - I roam around
Λαχόρ - Λουρίδα - Laxor - Expensive Belt
Λελέυω - Λατρεύω - Lelevo - Adore
Λειβαδοτόπα - Λειβάδια - Livathotopa - Pastures
Λελεύω - Xαίρομαι (καποιον) - Lelevo - Rejoice at something or somebody (απο την Ομηρική λέξη Λιλαίομαι - Ποθώ, επιθυμώ)
Λεφτοκάρ - Φουντούκι - Leftokar - Hazelnut
Λίβ(ι)α - Σύννεφα - Liv(i)a - Clouds
Λίβος - Σταγόνα, σύννεφο - Livos - Drop, cloud (απο την Ομηρική λέξη Λίβομαι-Σταζω)
Λιθάρ - Πέτρα - Lithar - Stone
Λιμικίν - Ιλαρά - Limikin - Measles
Λινέα - Σύρμα που κρεμούσαν τα ρούχα - Linea - Wire used to hang clothes on
Λιουλιά - Λουλάκι - Lioulia - Clothes bleach
Λυκομάνα - Πρόγιαγιά - Likomana - Great Grandmother
Λύκον - Λύκος - Likon - Wolf
Λυκοπάππον - Προπάππος - Lykopappon - Great Grandfather
Λυρίτα - Kρίνος - Lirita -Lily (απο την Ομηρική λέξη Λύριον)
Λύσον - Λύσε - Lisson - Solve
Λυστρίν - Εργαλείο - Listrin - Tool (απο την Ομηρική λέξη Λύστρον)
Λώματα - Ρούχα - Lomata - Clothes


Μ - μ

Μαερεύω - Mαγειρεύω - Maerevo - I Cook
Mαναχός ιμ' - Mόνος - Manahosim - By myself
Μαντζίρα/Ξύγαλα - Γιαούρτι - MantziraXigala - Yoghurt
Μάραντα - Λουλούδια - Maranta - Flowers
Mανουσάκ - Κυκλόμηνα - Manoushuk - Flower (a Violet)
Μαντζουλώνω - Μουντζουρώνω, λερώνω - Mantzoulono - I dirty
Ματοζύνιχον - Το ματάκι για το ματιασμα.- Matozinihon - Evil eye charm
Μένεμαν - Είδηση - Meneman - Message
Μεντζόν - Κάποιον Φωνάζω - Mentson - Message/Order
Μιντίκ - Μικρό/Ζωηρό - Mintik - Young/Agressive
Μοθοπώρ - Φθινόπωρο - Mothopor - Autumn
Μονάζω - Φιλοξενώ - Monazo - Accomodate/provide hospitality
Μουρτάκα - Μαξιλάρι Περσών - Mourtaka - Rounded Type Persian Pillow
Μούστα - Γροθιά - Mousta - Punch
Mουτούλ - καρφί μπρωστά στο βουρκιάντ που τσιμπούσε - moutoul - pointy nail at the end of a stick used to pinch animals
Μουχαπέτ' - Μουσικο- αντάμωμα - Mouchapet - Social Music Gathering
Μουχτερος - Γουρουν - Mouchteros - Pig
Μωμόγερος - Momogeros (see Μομογέροι - Momegoeroi) (απο την Ομηρική λέξη Ομωγέρ)


Ν - ν 

Ναηλή - Αλίμονο - Naili - God forbid/Woe betide
Nαηλή Εμέν - Aλοίμονο μου - Naili Emen - ‘Οh my god' (exclamation)
Ναινά - Καθρέφτης - Nena - Mirror
Nαλια - Τσόκαρα - Nalia - Clogs
Ναμούσι - Συνείδηση - Namousi - Conscience
Νασάν - Τυχερέ/ή - Nussun - Lucky
Nεβζίνω - Σβήνω - Nevzino - I extinguish
Νεβίζω - Σβήνω - Nevizo - To put out (eg a light)
Νέβραξα - Έβρεξα (αόριστος του νεβράζω) - Νevraksa - I wet, soaked
Νέγκασμα / Νεγκασίαν - Κούραση - Negkasma - Tiredness
Nεγκάshκουμαι - Kουράζομαι - Nengashkoumeh - I'm tiring
Nεγκάσκουμεν - Kουράζω - Negkazoskoumen - I tire
Nεγκασμένος - Κουρασμένος - Negkasmenos - Tired man
Νέισα - Νέα - Neisa - Young Female
Νέμπεσε - Έπεσε - Νembese - Fell
Νέπε - Εσύ/βρε - Nepe - You
Νεραξία/Νερεσία - Σίχαμα - Neraksia - Abhor/detest
Νεράσκουμαι - Σιχαίνομαι - Νeraskume - I am disgusted
Νεριάρ - Νερουλό - Neriar - Watery (liquid)
Νεριάσκουμεν - Συχαίνομαι - Neriaskumen - I abhor
Νεσπάλνε - Ξεχνούν - Nespalne - Forget
Νέτση (απο το νε κουτσή) - Κορίτσι - Netsi - Female
Νευράζω - Βρέχω - Nevrazo - To wet
Νέψα - Γυναίκα (α άνδρας την γυναίκα) - Nepsa - Female
Νιάτ - Ο τρόπος συμπεριφοράς (ενός ανθρώπου) - Niat - Human characteristics
Nιάτ(α) ή Νιέτα - Σκοπός/θέληση/γνωμη - Niat(a) or Nieta - Scope/Need/Opinion
Νιαφιάς - Αναπνοή - Niafias - Breath
Nιαφιλέν ή Νεφιλέν - Άδικα ή Άσκοπα - Niafilen or Nefilen - In vain
Νιαφιλιάν - Χωρίς νόημα ή λόγο -Niafilian - Without meaning or reason
Νιφίτσα - Αρουραίος - Arouraios - Rat
Νίφτ - Πλύσου - Nift - Wash yourself
Νίφκουμαι / Νίβομαι - πλένω το πρόσοπό μου - Nivomai - To wash one's face
Νισαλού - Αρραβωνιαστικιά - Nisalou - Fiance
Νισάν - Σημάδι - Nisan - A mark
Νισιαλί - Αρραβωνιαστικιά - Nishiali - Fiance
Νοσσάκα - Πουλάδα - Nossaka - Pullet
Nισσιαλή - Κοπέλα (γκόμενα) - Nissiali - Girlfriend
Νοΐζω - Αντιλαμβάνομαι - No-i-zo - I perceive
Νομάτ - Άτομα - Νomat - People
Νουνίζω - Σκέφτωμαι - Nounizo - I think
Νούνζον - Σκέψου - Nounzon - Think
Νούνιγμα - Σκέψη - Nounigma - To think
Ντ'έφτας ή Ντο εφτάς - Τι κάνεις - Deftas - How are you
Nτο - Tι/Tο oποιο - Ndo - What/which
Ντος - Xτύπα - Ntos - Beat/Hit
Νύφε - Νύφη - Nife - Bride
Νυφέπαρμαν - Γαμπρός και Κουμπάρος πηγαίνουν την νύφη στην εκκλησία Nifeparman - Groom and Best Man take the bride to church


Ξ - ξ 

Ξαγουρεύκουμαι - Εξομολογούμαι - Ksagourefkoome - I confess
Ξάι - Καθόλου - Ksai - Never/Not At All
Ξαμούμαι - Ορμάω/Κάνω το μάγκα - Ksamoomeh - To be forceful/or overly arrogant
Ξαν - Ξανά - Ksan - Again
Ξενητέας - Ο ξενητεμένος - Kseniteas - Male living abroad
Ξεραχούμεν - Ξεκαρδίζομαι - Kserahoomen - Burst into laughter
Ξεριώνω - Στεγνώνω (ξηραίνω) - Kseriono - I allow to dry
Ξιλάγκ (ή ξυλάγκ) - Ξυλινό κουτί για τα γαλακτοκομικά προϊόντα - Ksilang - Wooden container for making dairy products
Ξύγαλαν - Γιαούρτι - Ksigalan - Yoghurt
Ξύλον - Ξύλο - Ksilon - Wood
Ξύμυτος - Μυτερός/Kοφτερός - Ksimitos - Sharp/Pointy
Ξυπόλντος - Ξυπόλυτος - Ksipolntos - Barefoot
Ξύνω - Ρίχνω - Kshino - I drop


Ο - ο

Οβάζ - Όταν κάνει η κότα αυγό - Ovaz - Brooding (chicken sitting on her eggs)
Ογραεύω - Παθαίνω - Ograevo - Something 'Happenning' to me
Ογώ - Eγώ - Ogo - Me
Όθεν - Που - Othen - Where
Οκνεαρία - Τεμπέλα - Oknearia - Lazy female
Oκνέας - Tεμπέλης - Okneas - Lazy male
Οκνώ - Τεμπελιάζω - Okno - I laze around
Οματιάζω - Ματιάζω - Omatiazo - I put the evil eye
Ομάττια - Μάτια - Omattia - Eyes
Ομνώ - Ορκίζομαι - Omno - I swear (on oath)
Oμούτ - Eλπίδα - Οmmout - Ηope
Oμνίσκουμε/Ορκίσκουμε - Ορκίζομαι - Omniskoume/Orkiskoume - Bind by Oath
Ονίδισμαν - Kοροϊδία - Onidisman - Mockery
Όντες - Όταν - Οndes - When
Οξαεύω - Χαιδεύω - Oksaevo - To play with adoringly
Οξοκά - Έξω - Oksoka - Outside
Οξοπίς - Πίσω - Oksopis - Back
Οπις - Πίσω - Opis - Back
Oράδ (ουδάρ) - Ουρά - Orath (Outhar) - Tail
Οράζω/Οριάζω - Προσέχω/Παρακολουθώ - Orazo/Oriazo - To follow with interest
Όραμαν - Όνειρο - Oraman - A dream
Ορίαζα - Πρόσεχα - Oriaza - I watched carefully
Οριάζω/Εριάζω - Προσέχω - Oriazo/Eriazo - I watch carefully
Oρμάνε - τα δάση - ormane - the forrest
Ορμίν - Ποταμάκι - Ormin - Small river
Ορτάρ - Χόρτο - Ortar - Grass
Ορτάρι - Kάλτσα - Ortari - Sock
Οσήμερον - Σήμερα - Osimeron - Today
Ουρανόν - Ουρανός - Ouranon - Sky
Ους - Ώσπου, έως - Ooss - Until
Ούσνα - Μέχρι - Ousna - Until
Οφίδ - Φίδι - Ofith - Snake
Οφύγον - Φύγε - Ofigon - Leave
Oψε - Εχθές - Opse - Yesterday
Oψεκές - Tις προάλλες - Opsekes - The other day 


Π - π

Παλαλέσα - τρελλή - palalesa - crazy female
Παλαλός - Παλαβός - Palalos - Crazy male
Πάππας - Πατέρας - Papas - Father ( απο την Ομηρική λέξη Πάππας - Πατέρας, με τον τρόπο που το λέει ένα παιδί)
Παράδας - Λεφτά - Parathas - Money
Παραμερίζω - Απομακρύνομαι - Paramerizo - I lay aside
Παρλαεύω - Λάμπω/Γυαλίζω - Parlaevo - I shine/I glow
Παρχάρ - Οροπέδιο - Parxar - an outdoor expanse of land.
Παρχαρομανα - Γυναίκα που πρόσεχε το παρχάρ - Parxaromana - A woman who attends to cows and animals
Πατήτσια - φασολάκια - patitsia - broadbeans
Πατσί - Αδερφή - Patchi - Sister
Παχchίchα - Πεταλούδα - Pahchicha - Butterfly
Πεγάδ - Πηγάδη - Pιgath - A Well
Πεγαδομάτε - Μάτι του Πηγαδιού - Pegathomate - Opening of a Well
Πεκιάρτς - Γεροντοπαλίκαρο (ή ανήπαντρος) - Pekiarts - Old but Strong Man (or single man)
Πελιαεύω - Oργώνω - Peliaevo - I plough
Περισιάν - Ακατάστατος / Aτημέλητος - Perishan - Ruin/Wreck
Περισάντς - Tαλαιπωρημένος, τυρρανισμένος - Perishants - Backward (male)
Πεshκίρ - Πετσέτα - Peshkir - Towel
Πεshλιαεύω - Ανατρέφω(Mεγαλώνω) - Peshliaevo - I grow
Πεσλεεύω - Θρέφω - Pesleevo - To feed or nourish
Πεχλιβάν - Παλικαράς - Pechlivan - Wrestler
Πίλικο - Φάκελο - Piliko - Envelope
Πιλπίλ - Tο "μπλαμπλα" - Pilpil - Articulate
Πιπίλ - Σπόρο - Pipil - Seed
Πλημύν - Tροφή ζώων - Plimin - Food for an animal
Πλουμίζω - Kεντώ - Ploomizo - I embroider
Ποδάρ - Πόδη - Pothar - Foot
Πoίσον - Κάνε - Pison - Do
Ποζεύω - Σβήνω - Pozevo - I extinguish
Πολεμώ - Προσπαθώ - Polemo - I try
Ποσκευαρίζω - Συμμαζεύω - Proskevarizo - Collect/Organise
Πουίχ - Μουστάκι - Pooikh - Moustache
Πουμ'πούλ - Πούπουλο - Poompool - Feather
Πουργού - Μικρί σήδερο για τρυπάνι - Pourgou - Drill Bit
Πουρπουρίζω - Λάμπω/Γυαλίζω - Pourpourizo - I shine/I glow
Πούρτσουκλη - Καρότο - Poortsookli - Carrot
Πουσμανέυω / Επουσμάνεψα - Μετανιώνω - Pushmanevo - I regret
Πουστουρίζω - Ψιθυρίζω - Poostoorizo - I whisper
Πουτσάχ - Γωνία δωματίου - Poutsach - Corner of a room
Πουτσή - Κορίτσι - Poutsi - Girl
Πυρίφτε - Ξύλο που έριχναν το ψώμι - Pirifte - Wood with long handle used to take bread out of a woodoven


Ρ-ρ

Ραγκάν - Κορυφή του Βουνού - Rangkan - Summit of a Mountain
Ρακάν - Μικρό Ύψωμα - Rakan - A small mountain/rise
Ρακίν - Ρακί - Raki - Kind of brandy
Ρακόποτος - Μεθυσμένος με ρακί - Rakopotos - Drunk on raki/ouzo
Ράμμαν - Κλωστή - Raman - Thread (string)
Ράshα - Ωμος - Rasha - Shoulder
Ραshία - Βουνά - Rashia - Mountains
Ραshίν - Βουνό - Rashin - Mountain
Ραshόπουλο'ν - Πυλί του βουνού(πουλί του βουνού) - Rashopoulon - Entrance (gate) to a mountain (Mountain Bird)
Ραφίδ - Χοντρή κλωστή - Rafith - Thick string
Ραχνά - Αράχνι - Rachna - Spider
Ρεβόλ - Είδος πιστολιού - Revol - Revolver
Ριγώ - Κρυώνω - Rigo - I get cold
Ρίζα μ' - Ρίζα μου (χαϊδευτικό, χρήση όπως το πουλί μ') - Rizam - My 'deep' love
Ρούζω - Πέφτω - Rouzo - I fall
Ρουκάν - Εκχιονιστήρας - Roukan - Snow Shovel
Ρουshτιέν - Σχολείο/Γυμνάσιο - Roushtien - School/High School
Ρυμίν - Μικρό αυλάκι - Riminn - Small yard
Ρωθωνίζω - Ροχαλίζω - Rothonizo - To snore
Ρωμέισα - Ρωμιά - Romeissa - Roman Woman


Σ - σ

Σα - Στα - Sa - At
Σαεύω (ή Ισιαύω) - Υπολογίζω - Saevo - To calculate
Σαλαχανέας - Αυτός που τριγυρίζει όλη μέρα - Salahaneas - A male who roams around a lot
Σαλαχανού - Μία που τριγυρνάει πολύ - Salaxanou - Α female who roams alot
Σαμαρτσούκ(Σαμαρτσούχ) - Ένα είδος δέντρο - Samartsouk - A type of tree
Σάντιλα - Kαθώς - Santila - As
Σαντούγ - Σεντούκι - Santoug - Coffer
Σαρεύω - Περικυκλώνω ή μεταφορικά ‘Με αρέσει'- Sarevo - I encircle, or metaphorically ‘I like'
Σαταshεύω - Πειράζω ή Τσιγκλίζω - Satashevo - Tease
Σαρί - Ξανθό - Sari - Blonde
Σαφλάς - Σάλια - Saflas - Saliva
Σαφλέας - Σαλιάρης - Safleas - Saliva (dribbler) male
Σαχτάρ - Στάχτι - Sachtar - Ash
Σαχταρού - Σταχτοπουτα - Sachtarou - Cinderella
Σεβάσκομαι - Σέβομαι - Sevaskoume - I respect
Σεβντά (Τουρκικό) - Αγάπη - Sevnda - Love
Σεβνταλής - Ερωτευμένος - Sevntalis - (male) In Love
Σεβνταλία - Eρωτιάρικα - Sevdalia - Referring to love
Σεβνταλού - Ερωτευμένη - Sevntalou - (Female) In Love
Σειραλαεμένα - Βαλμένα στη σειρά - Siraleamenna - Placed in order
Σείρω - Να Πετάξω - Siro - To Throw
Σεκέρ - Ζάχαρη - Sheker - Sugar
Σεκεύω - Ξηλώνω - Shekevo - To unstitch
Σεούτ/Σεκιούτ - Ιτιά - Seoot/Sekioot - Willow Tree
Σερεύω - Μαζεύω - Sherevo - To collect
Σερίν (Τουρκικό) - Ίσχιο - Sherin - Shade
Σέφτελα (τα) - Τα παντζάρια - Ta Seftela - Beetroot
Σέφτελος - Χαζός - Seftelos - Stupid (male)
Σην - Στην - Sin - At
Σhελέκ - Δέμα με ξύλα που τα κουβαλούσαν στην πλάτη - Shelek - A bag placed on one's back to carry wood
Shιαshιρεύω - Μπερδεύομαι - Shiashirevo - To confuse oneself
Shίλε(α) - Χείλια - Shileh(a) - Lips
Shίνα - Πόντος (στο ύφασμα) - Shina - A stitch in material
Shκύλον - Σκύλος - Shkilon - Dog
Σιασιουρεμένος - Μπερδεμένος - Shiashiouremenos - Confused (male)
Σιάπκα/Σιάφκα - Καπέλλο - Shiapka / Shiafka - Hat
Σιλεφτέρ - Σφουγγαρόπανο - Silefter - Sponge or Cleaning Cloth
Σιλεύω (Σπογγίζω) - Σφουγγαρίζω - Silevo (Spongizo) - I sponge or wipe
Σιρ - Πετάω - Sir - To Throw
Σίρον - Πέτα - Siron - Throw
Σισιάν/Σισάν/Σισέν - Μπουκάλι - Shishian/Shishan/Sishen - Bottle
Σίτα - Kαθώς - Sitta - As
Σιφτέν - Στην αρχή - Siften - The beginning
Σκαλώνω - Ξεκινώ - Skalono - I begin
Σκαμνίν - Σκαμνή - Skamnin - A Stool
Σκολέκ - Σκουλίκι - Skolek - Worm
Σκοτία - Σκοτάδι - Skotia - The Dark
Σκουντουλίζω - Μοσχοβολώ - Skountoulizo - I Smell Nice
Σκωτούσαι - Σκοτώνεσαι - Skotousai - Kill/Harm oneself
Σκούμαι - Σηκώνομαι - Skoume - I stand up
Σκυλάζω - Βρωμάω - Shkilazo - I stink
Σοεύω - Κλέβω - Soevo - To steal
Σολίκ - Kαλή παρέα - Sholik - Good company
Σορός - Δάση - Soros - Woods
Σούκ - Σήκω - Sook - Get Up
Σουμάδεμαν - Αρραβώνας - Soumatheman - Engagement
Σουμά σ' - Κοντά σου - Souma s' - Close to you
Σουμπούλα - η κουνιστή και όμορφη - Soumboula - Beautiful "dancing" Woman
Σουμώνω - Πλησιάζω - Soumono - I approach
Σουρούκ/Σουρούχ - Μακρύ ίσιο ξύλο για διάφορες χρήσεις - Soorook or Soorooch - A long straight piece of wood with many uses
Σουφρά - Tραπεζομάντιλο - Soofra - Tablecloth
Σοχάγα/Σοκκάκι - Μικρό δρομάκι - Sochaga/Sokaki - Little Street
Σον - Χιόνι - Shon - Snow
Σος - Σιωπή - Soss - Be Quiet
Σπάζω - Σφάζω - Spahzo - I slaughter
Σπαλίζω - Κλείνω - Spalizo - Close
Σπάνω (ή chατλατιρεύκουμεν) - Eκρήγνυμαι - Spano (or Chatlatirefkoumen) - I break out/explode
Σπαριέλ - Σουτιέν - Spariel - Bra
Σπάσον - Σκάσε - Spason - Full (of food)
Σπογγίζω (Σιλεύω) - Σφουγγαρίζω - Spongizo - I sponge or wipe
Στα/Αστά ή Εστά - Σταμάτα/Περίμενε - Sta/Asta or Esta - Stop or Wait
Σταλήγουμαι - Σταματώ - Staligoumeh - To stop
Στάλλη - Στέλλα - Stalli - Stella
Στούπιτσα - Είδος χορταρικού με ξινή γεύση.- Stoopitsa - Type of grass with a bitter taste
Σταυρίτης - Σεπτέμβριος - Stavritess - September
Σταφύλε - Σταφύλια - Stafyleh - Grapes
Στόλ - Τραπέζι - Stoll - Table
Στούδ - Κόκκαλο - Stooth - Bone
Στράτα - Δρόμος ή Πεζοδρόμιο - Strata - Road or Walkway
Στύλον - Στέλιος - Stillon - Stellios
Συντζεύω - Μιλώ - Sintzevo - I Talk
Συρόν (το) - Ποντιακό φαγητό με φύλλα από ζυμάρι, σκόρδο κτλ - Siron - Pontic recipe comprising onions etc in dough
Σωρεύω - Μαζεύω/Μαζεύομαι - Sorevo - I collect/Gather
Σως - Σιωπή - Sos - Quiet


Τ - τ

Ταβίζουμε - Μαλώνουμε - Tavizoume - We quarrel
Ταγιανίζω - Aντέχω - Taiyanizo - I Endure
Ταής - Θείος - Tayis - Uncle
Ταπιάτ - Χαρακτήρα - Tapiat - Character
Ταρά(γ)ουμαι - Aνακατεύομαι - Taraoume To Interfere (get involved)
Ταράζω - Ανακατεύω - Tarazo - Stir/Mix
Tαραήλτς ή ταραήλες - Το ουράνιο τόξο - Τarailts - Rainbow
Tαραπουτζίζ - Χοροπηδάω - Tarapoutziz - Happily Dancing
Τελένω - Τελειώνω - Teleno - Finish
Τεμέτερον - Δικό Μας - Temeteron - Ours
Τ'εμόν - Δικό Μου - Temon - Mine
Τ'εσόν - Δικό Σου - Teson - Yours
Τέρεν - Κοίτα - Teren - Look
Tέρτ' - Bάσανο - Tert - Torture
Τερώ - Kοιτάζω - Tero - I watch
Τερώσε - Σε Κοιτώ - Terose - I look at you
Τέσιν - Tαϊρι - Tesin - Pair
Τεστόπον - Στάμνα - Τestοpon - Water bag
Τετές - O πατέρας - Τetes - Father
Τιαζεύω - Χάνομαι,φεύγω - Tiazevo - To lose oneself, to leave
Tιαντζίφ - Γάζα - Tiantziff - Guaze
Τιαριαζή - Ζυγαριά - Tiariazi - Weighing Scales
Τιασπήγ - Μπεγλέρι - Tiaspig - Worry-beads
Τιδέν - Τίποτα - Tithen - Nothing
Τιζεύω - Bάζω στη σειρά - Tizevo - To Place in Order (organise)
Τίκαλην - Ξύλο που μαζευε φρουτα κατεφθειαν απο το δεντρο,διλαδι ηταν ξυλο και
στο τελος του ειχε πανινο σακουλακι και εκει μεσα πεφτανε τα φρουτα - Tikalin - Piece of wood with small pouch used to pick fruit from trees
Τικιανόπον - Μαγαζάκι - Tikianoppon - A small shop
Toζ - Σκόνη - Toz - Dust
Τονάτεμαν - Στόλισμα - Tonateman - Decoration
Τοπλαεύω - Συμμαζεύω,μαζεύω - Toplaevo - To gather
Τορ - Δίχτυ - Torr - Web
Tόρε(α) - Τα δίχτυα - Torre(a) - Webs
Τοσπαγάνος - Χελώνα - Tospaganos - Turtle
Τουζάχ - Παγίδα - Touzach - A Trap
Τουshμάνος - Εχθρός - Toushmanos - Enemy
Τουshμάν - Εχθρός - Toushman - Enemy
Tούτια - toutia - ειδικό φρούτο απο δέντρο - Toutia - a type of fruit from a tree
Τρανίνω - Mεγαλώνω - Tranino - To grow
Tροsh - Ένα είδος φυτού απ'όπου έκαναν μαγιά - Trosh - Food ingredient from a plant
Τσαγγία – Παπούτσια – Tsangia – Shoes
Τσαίζω - Φωνάζω - Chaizo - Shout
Τshακλία/Τσακλιπάτεα/Τσατλαζούδας - Τα ποπ κορν - Tshaklia/Tshaklipatea
/Tshatlazouthas - Pop Corn
Τshαίζω - Φωνάζω - Tshaizo - I yell/talk loud
Tshαζού - Mάγισσα - Tshazoo - Whitch
Τσακούτς - Σφυρί - Tsakouts - Hammer
Τσακωμένος - Σπασμένος - Tsakomenos - Βroken
Τσαμουρένεν τεστόπον - Xωμάτινη στάμνα - Tsamourenen Testopon - Clay Water Bag
Τσαμουροζόμ - Λασπόνερο - Tsamourozom - Muddy water
Τσαμπλίζω - Kάνω ματάκια - Tsamplizo - To make eyes (eye contact)
Τσανγκλίζω - Βρέχω,πιτσιλάω - Tsanglizo - To sprinkle, (water)
Tσάνι μ' - Παραχαϊδεμένο μου - Τsani m' - Μy beloved/pampered
Τσάντσαρος - Αράχνη - Tsantsaros - Spider
Τchιαπούα Τchιαπούα - Γρήγορα γρήγορα - Tchiapua tchiapua - Quickly quickly
Chαμπλίζω - Το κλείσιμο των ματιών - Champlizo - I close my eyes
Chαρτάγ - Υπόστεγο - Chartagh - Shed
Chατλατιρεύω - Σκάω (ενεργ.φωνή) - Chatlatirevo - I'm exhausted
Chιαμντιάκ - Σώμα - Chiamntiak - Body
Chιαπιάρ - Περίφραξη - Chapiar - Fencing
Τσατσαλοκέφαλος - Φαλακρός - Tsatsalokefalos - Bald
Τσάτσαλος - Γυμνός - Tsatsalos - Naked
Τσαχούρ - Ξανθό/Σταχτί - Tsachour - Fair or Ash in Colour
Τσίπ - Πολύ - Tsip - Very
Τσιπλάχ'ς - Γυμνός (επίσης Φτωχός) - Τsiplachs - Naked (or poor)
Chάπας - Παλαμάκια (χειροκρότημα) - Tchapas - Handclap
Τσουρώνω - Κλείνω - Tsourono - To close
Τσαραπίζω - Γραντζουνάω - Tsarapizo - Scratch
Τσαρτιλίζ - Σπινθηρίζει - Tsartiliz - Twinkle
Tσαφίζω/τσαφίουμαι ή κνέσκουμαι - ξίνομαι - Tsafizo-Tsafiomai or Kneshkoume - Scratch myself
Τσάχ - Tζάκι - Tchach - Fireplace
Τσερίζω - Σκίζω - Τserizo - Τear
Τσηκάρ - Συκώτι - Tchikar - Liver
Τσιάνουμ - Καλέ μου - Tsianoom - Me dear
Tσιλιάζω - Σκεπάζω - Τsiliazo - Ι cover
Τσιλίδ' - Kάρβουνο - Tsilith - Coal (απο την Ομηρική λέξη Κιλίδιον - Καυστικό)
Τσιλντεύω - Κατουράω - Tsilntevo - Το Urinate
Tσαμούρια - Λάσπες - Tchamouria - Mud
Tσίας - Σπίθες - Tsias - Sparks
Τσιλίδια - Κάρβουνα - Tsilithia - Coal
Τσιλντεύω (Τσλντεύω) - Κατουρώ - Tsilntevo (Tslntevo) - Ι urinate
Tσιμίσκος - Hλίανθος - Tsimiskos - Sunflower
Τσιρώνω - Aκυρώνω - Tsirono - I cancel
Τσιτσάκ ή Τσιτσέκ (Τουρκικό) - Λουλούδι - Tchitchak or Tchitchek - Flower
Τσουμίζω - Sτραγγίζω - Tsoumizo - To Strain
Τσουμούρ - ψύχουλα απο ψωμί μαζί με λάδι τιγανητό - tsoumour - bread crumbs and bread fried
Τσούνα - Σκύλα - Tsouna - Roaming Female Dog
Τσουπώνώ - Πωματίζω - Tsoupono - To cork (plug)
Τσουρμουλίζω - Tσιμπάω,χουφτώνω - Tsourmoulizo - To pinch (or handful)
Τυλίζω - Tυλίγω - Tilizo - I wrap


Υ - υ

Yείαν - Υγεία - Ian - Ηealth.
Υλάζω - Γαβγίζω (λέω κάτι δυνατά) - Ilazo - To Bark (shout loudly)
Υλίζω - Στραγγίζω - Ilizo - To Strain
Υλιστόν - Στραγγιστό γιαούρτι - Iliston - Drained Yoghurt
Ύψωμαν - Αντίδωρο - ipsoman - Holy bread 

 


Φ - φ 

Φα - Φάε - Fa - Eat
Φάβατα - Κουκιά - Favata - Broadbeans
Φαντάλα - μια που μιλούσε πολύ - fantala - lady who spoke too much
Φάζω - Ταϊζω - Fazo - Feed
Φο(γ)ούμαι - Φοβάμαι - F-ou-me - I'm scared
Φορκάλ - Σκούπα - Forkal - Broom
Φουρκίγουμαι - Πνίγωμαι - Fourkigoumeh - To choke
Φουρκίζω - Πνίγω - Fourkizo - To strangle, to choke, or to drown
φουρνίν - φούρνος - fournin - Oven
Φουρνός - Βάτραχος - Fournos - Frog
Φουρουντζής - Φούρναρης - Fooroontzis - Baker
Φουshκαλίδ - Φουσκάλα - Fooshkalith - Cold Sore or Blister
Φουτίν - Κρυφό κλάσιμο - Foutin - Fart in Hiding
Φρανταλα - Όμορφη γυναίκα - Franatala - Cheerful/Nice (female)
Φτερία - Φτέρη - Fteria - Fern
Φτίζμα - Σάλιο - Ftizma - Saliva
Φτουλακίζω - Aγχόνομαι - Ftoulakizo - To become depressed
Φτουλίζω - Ξεπουπουλιάζω, μαδάω - Ftoulizo -
Φωλέαν - Φωλιά - Folean - Nest
Φωταχτερέας - Φωτισμένoς (λάμπει) - Fotaxtereas - Beautiful or Nice (male)
Φωταχτερού - Φωτισμένη (λάμπει) - Fotaxterou - Beautiful or Nice (female)
Φωτίshε(α) - Τα βαφτίσια - Fotishe(a) - Baptism
Φωτίζ' νε - Βαφτίζουν - Fotizne - They baptize


Χ- χ

Χαchιάτια - Eργαλεία - Hatchiatia - Tools
Χαζίρ - Ωραία(καλά) - Hazir - Nice(good)
Xαθ - Χάσου - Chath - (get) lost
Xαιρετίας - Χαιρετισμούς - Cheretias - Greetings
Χαλχαλώνω - Χάνω την δύναμή μου - Halhalono - I lose my strength
Χαμούφτας - Φράουλα - Xamouftas - Strawberries
Χαντιλιάγουμαι - Γαργαλιέμαι - Hantilιaume - Ticklish
Χαντιλιάζω - Γαργαλάω - Hantiliazo - Tickle
Χαντόσχερο - Σκαντζόχηρος - Chandoschero - Hedgehog
Χαράν - Γάμος - Ηaran - Wedding
Χαραπωμένον - Χαλασμένο - Charapomenon - Ruined
Χαραπώνω - Χαλάω - Charapono - I ruin
Χαρεντερίζω - Χαροποιώ - Harenterizo - I cheer
Χαρτσένια - Eντόσθια - Chartsenia - Offal
Χασεύω/ζεματώ - Καίω - Chasevo/Zemato - I burn
Χαshλούκ (ή Χαshλούχ) - Χαρτσιλίκι - Hashlook - Pocket money
Χάταλον - Παιδί - Hatalon - Child (απο την Ομηρική λέξη Χαταλός - Παιδίον)
Χαψία - Ψάρια - Hapsia - Fish
Χαψίν - Γαύρος - Chapsin - Anchovie
Χείλε - Xείλια - Shile - Lips
Χείλε - Χίλια - Shile - 1000
Χερ' - Χέρι - Sher - Hand
Χερόπον - Χέρι - Sheropon - Hand
Χλαγού - Πλάστης για το άνοιγμα φύλλων ζύμης - Hlaoo - Rolling-pin
Χοβλιάβω - Όταν απειλώ κάποιον με μιά κίνηση - Hovliavo - Sudden movement
Χολιάshκουμαι - Θυμώνω - Choliashkoumeh - I'm getting angry
Χολχόλε - Χόρτα - Cholchole - Grass
Χορτλάχτς - Βρυκόλακας - Hortlakhts - Vampire/ghost
Χοshέτ - Σκουπίδι - Hoshet - Rubbish
Χοτλάχ'ς (Πάφρα) - Φάντασμα - Hotlakhs - Monster
Χουζάρ - Πριόνι - Chouzar - Cutting Saw
Χουλέν - Θερμό/Ζεστό - Houlen - Warm/Hot
Χουλιάρ - Κουτάλι - Chouliar - Spoon
Χουσμέτ - Εξυπηρέτηση - Housmet - Service
Χοχόλεα - Σκουπίδια - Hoholea - Rubbish
Χρα - Χρώμα προσώπου - Ηra - Face colour (απο την Ομηρική λέξη Χρως - Χρώμα)
Χτήνον - Αγελάδα - Xtinon - Cow


Ψ - ψ

Ψαλαφώ - Ζητώ - Psalafo - To Ask
Ψεζνός - Χθεσινός -Pseznos - Yesterday's
Ψεμματικά - Ψεύτικα - Psematika - Fake
Ψη - Ψυχή - Pshi - Soul
Ψη μ' - Ψυχή μου - Pshim - My Soul
Ψυλλίζω - Ψάχνω ψύλλους (το λέμε και για να δηλώσουμε πως ψάχνουμε εξονυχιστικά) - Psilizo - I'm searching for fleas (or searching for something small or a minor detail)
Ψωμίν - Ψωμί - Psomin - Bread
Ψοφώ - Πεθαίνω (αγενής τρόπος) - Psofo - I die (impolite expression of)


Ω - ω

Ωβάζω - Κάνω αυγά - Ovazo - To lay/make eggs
Ωβάζνε - Kάνουν αυγά - Ovazneh - They are laying/making eggs
Ωβοτάραχον - Ταραμάς,χαβιάρι - Ovatarachon - Caviar
Ωβό - Αυγό - Ovo - Egg
Ωβόν - Αυγό - Ovon - Egg
Ωβόππα - Μικρά Αυγά - Ovopa - Little Eggs
Ωμίν - Ώμος - Omin - Shoulder
Ώμνησα - Ορκίστηκα - Omnisa - To swear (on oath)
Ωράζω (Ωριάζω) - Προσέχω ένα μέρος - Orazo (Oriazo) - To concentrate on one thing
Ώρα(εα)σον - Κοίτα - Οra(ea)son - Look
Ωρίασον - Μην τυχόν - Oriason - Be careful not to (Don't you dare)
Ωσπουτά - Μέχρι - Ospouta - Until
Ωτιν - Αυτί - Otin - Ear
Ωφ - Επιφώνημα πόνου/στεναχώριας - Off - Said when exhausted/in pain
Ωφλαεύω - Αναφωνώ

 

      
      

 

     

 

     

 

Go to top