Β - β 

Βάλον/Βάλεν - Βάλε - Valon/Valen - Put
Βαρεσιγμένο - Οκνηρό- Varesigmeno - Lazy
Βαρεσμέντσα - Έγκυος - Varesmentsa - Pregnant
Βαρκίζω - Τσιρίζω - Varkizo - I scream
Βίντος - Αλογόμυγα - Alogomiga - Horsefly
Βούκα - Μπουκιά - Vouka - Mouthful
Βουκούμεν - Μπουκόνομαι - Voukomen - I'm full
Βουκώνω - Δίνω σε κάποιον μπουκιά - Voukono - I give someone a mouthful
Βούραν - Xούφτα - Voura - Handful
βουρκιάντ - ξύλο που χτυπούσανε τα βόδια - vourkiant - a stick used to hit an ox
Βραshόλ - Βραχιόλι - Vrashol - Bracelet
Βρεshήν - Βροχή - Vreshin - Rain
Βρούλα - Φωτιά - Vroula - Fire

 

     

 

Go to top