Σχήμα 1: Η Μίλητος (Miletos) και μερικές από τις αποικίες της στον Πόντο.  (Κλίμακα: 290 χλμ. από την Αμισό (Amisos) προς την Τραπεζούντα (Trabzon).)

Έγγραφο που παρουσιάστηκε στα Aγγλικά στις 10 Μαρτίου, 2018 στο Σίδνεϊ στο Συναπάντημα της Ομοσπονδίας Ποντιακών Σωματείων Αυστραλίας.
Σαμ Τοπαλίδης (This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.) (Πόντιος Iστορικός).

 

1. Η Μίλητος αποικίζει τον Πόντο

Οι Έλληνες πιθανώς γνώριζαν τη Μαύρη Θάλασσα τουλάχιστον από τον 8ο αιώνα π.Χ.  Η ελληνική μυθολογία συνδέει τους Έλληνες και τον λαό του Πόντου στην ιστορία του Ιάσονα και το ταξίδι των Αργοναυτών στην Κολχίδα (Γεωργία) ψάχνωντας το Χρυσόμαλλο Δέρας.  Ορισμένοι πιστεύουν ότι αυτός ο μύθος αντικατοπτρίζει την ιστορία και ότι το ταξίδι έγινε πριν από τον Τρωικό πόλεμο [13ος–12ος αιώνας π.Χ.] (Tsetskhladze 1994).

Από τα τέλη του 11ου ως τις αρχές του 10ου αιώνα π.Χ. οι Ίωνες, οι Δωριείς και οι Αιολείς μετανάστευσαν από την Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στα νησιά του Αιγαίου και τη δυτική ακτή της Ανατολίας (Ιωνίας).  Στην πλούσια Ιωνία, η Μίλητος (Σχήμα 1) έγινε το κύριο κέντρο.  Από το δεύτερο μισό του 7ου αιώνα π.Χ., η Λυδία, ο ανατολικός γείτονας της, επεκτάθηκε λαμβάνοντας το Ιόνιο έδαφος.  Τότε η Ιωνία άρχισε να στέλνει τις πρώτες αποικίες της.  Επιπλέον, από τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., οι Πέρσες άρχισαν να κατακτούν το έδαφος της Ιωνίας.  Έτσι υπήρχε απώλεια εδάφους προς έναν κατακτητή εχθρό και οι εξωτερικές δυσκολίες προκάλεσαν εσωτερική ένταση, ειδικά στη Μίλητο.  Ωστόσο, η Μίλητος ήταν ο κύριος αποικιστής της Μαύρης Θάλασσας, ιδρύοντας τις πρώτες αποικίες της προς τα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ.  Η βόρεια Ανατολία, ωστόσο, είχε ήδη κατοικηθεί από ντόπιους κατοίκους, οι οποίοι ήταν συχνά εχθρικοί απέναντι σε αυτούς τους Έλληνες.  Η ίδρυση μιας αποικίας ήταν μια μεγάλη επιχείρηση (Tsetskhladze 2006, 2007a).  

Ενώ στο έδαφος της Μιλήτου δεν υπήρχαν ορυκτά μεταλλεύματα, είναι γνωστό ότι η βόρεια ανατολική ακτή ήταν καλά προικισμένη με πολύτιμους ορυκτούς πόρους.  Όσον αφορά τα σιτηρά, τον χαλκό, τον χρυσό και τον σίδηρο, υπήρχαν εναλλακτικές πηγές στη Μεσόγειο, όμως ήταν η Μαύρη Θάλασσα που η Μίλητος επέλεξε να αποικίσει.  Ίσως, όπως και τα σιτηρά, τα μέταλλα ήταν πολύ σημαντικά για να βασιστεί κανείς σε μια ενιαία πηγή τροφοδοσίας (Greaves 2007).  

Άπο την Σινώπη στην Αμισό (Σαμψούντα)

Η ελληνική κεραμική από την κοιλάδα Άλυς (Kizilirmak) μεταξύ Σινώπης και Αμισού (Σχήμα 2) αποδεικνύει ότι οι Έλληνες είχαν επαφές εκεί πριν από την ίδρυση των παράκτιων αποικιών (Summerer 2007).

Οι Μιλήσιοι εκδίωξαν τους αποδυναμωμένους ντόπιους κατοίκους από τη Σινώπη.  Αργότερα, Έλληνες της Σινώπης κατέκτησαν γη από τους ντόπιους κατοίκους προς τα ανατολικά για τους αποίκους τους (Avram et al., 2004).  Οι Έλληνες άποικοι στη Σινώπη (και στην Αμισό) έπρεπε να ασχοληθούν με τους αυτόχθονες, αφού εξαρτιόντουσαν από την πρόσβαση στη γη για να αποκτήσουν γεωργικά προϊόντα και μέταλλα.  Φαίνεται πως στη Σινώπη και την Αμισό [και την Τραπεζούντα, σύμφωνα με τον Ξενοφώντα] οι ντόπιοι κάτοικοι αποτελούσαν μέρος του πληθυσμού εκεί.  Αυτές οι αποικίες μπορεί να είχαν ιδρυθεί πάνω από τους υπάρχοντες οικισμούς ή θα μπορούσαν να είχαν δεχθεί κατοίκους από τη γύρω περιοχή (Summerer 2007).  

Ο Ξενοφών, ο οποίος με τους 10.000 Έλληνες μισθοφόρους του ταξίδεψε στον Πόντο το 400 π.Χ., μας λέει ότι η Μίλητος ίδρυσε τη Σινώπη (Sinope) και στη συνέχεια η Σινώπη ίδρυσε την Τραπεζούντα (Trabzon), τα Κοτύωρα (Kotyora) και την Κερασούς (Kerasous) (Σχήμα 1).  

Οι ακτές του Πόντου παρέχουν πολύ λίγα φυσικά λιμάνια, με εξαίρεση τη Σινώπη.  Το λιμάνι της Σινώπης και η χερσόνησός της ήταν μια φυσικά ισχυρή τοποθεσία με καλλιεργήσιμο έδαφος προς τα νότια (Bryer and Winfield 1985).  

Η Σινώπη είχε μερική πρόσβαση σε εμπορικούς δεσμούς με την κεντρική Ανατολία.  Ο κύριος προσανατολισμός της ήταν προς την υπόλοιπη Μαύρη Θάλασσα (Tsetskhladze 2006, 2007b).  Η Ελληνική αποικία της Σινώπης ιδρύθηκε γύρω στο 630 π.Χ.  Λίγα είναι γνωστά για την Σινώπη μετά από αυτόν τον αποικισμό μέχρι την ανατροπή του τυράννου της γύρω στο 436 π.Χ. με Aθηναϊκή παρέμβαση υπό την ηγεσία του Περικλή. Ακόμη και κατά την περίοδο αυτονομίας της, η Σινώπη έπρεπε περιστασιακά να υποταχθεί στα αιτήματα της Περσίας.  Μερικά από τα 80 πλοία από τον Ελλησπόντο και τον Πόντο θα είχαν παρασχεθεί για το στόλο του Ξέρξη από τη Σινώπη (Avram et al., 2004).  Η περσική επιρροή στον ανατολικό Πόντο επεκτάθηκε στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ.  Τότε οι σχέσεις της Σινώπης με τις αποικίες της πιθανότατα διακόπηκαν και η πόλη τέθηκε υπό την περσική κυριαρχία (Doonan 2009).

Σχήμα 2: Οικισμοί στον Πόντο, βορειοανατολική Ανατολία (Τουρκία).
(Κλίμακα: 290 χλμ. από την Σαμψούντα (Samsun) στην Τραπεζούντα (Trabzon).)


Αν και ο στρατός του Μεγάλου Αλέξανδρου (356–323 π.Χ.) κατάφερε να νικήσει τον Πέρση Βασιλιά Δαρείο Γ' στην Ανατολία, ο Αλέξανδρος δεν έφυγε βόρεια για να κατακτήσει την ακτή της Μαύρης Θάλασσας.  Όμως, οι Περσικές σατραπείες τελικά δέχτηκαν την εξουσία του Μεγάλου Αλεξάνδρου.  Οι ακτές της Μαύρης Θάλασσας και οι αποικιακοί οικισμοί της, καθώς και το δίκτυο θαλάσσιων εμπορικών συναλλαγών, βρίσκονταν σε ελληνικά χέρια και η ελληνική γλώσσα ήταν η κύρια γλώσσα της παράκτιας περιοχής (Şerifoğlu and Bakan 2015).

Αμισός (Σαμψούντα)

Η Αμισός ιδρύθηκε γύρω στο 564 π.Χ. στη θέση της σύγχρονης Σαμψούντας.  Αρχαίοι συγγραφείς πιστεύουν ότι ήταν, είτε αποικία των Mιλησίων, είτε κοινή αποικία των Ιωνικών οικισμών της Φώκαιας και της Μιλήτου.  Η Αμισός είχε ισχυρούς εμπορικούς δεσμούς με την κεντρική Ανατολία και γι’ αυτό δεν δημιούργησε αντίστοιχους εμπορικούς δεσμούς προς τη Θάλασσα του Εύξεινου Πόντου (Tsetskhladze 2007b).

Η Αμισός αποτελούσε εμπορικό κέντρο εκμετάλλευσης του οροπεδίου της.  Το χαμηλό φράγμα των λόφων προς το νότο υψώνεται μόνο 1.000 μέτρα.  Η Αμισός βρίσκεται πάνω από 140 χλμ. (δια θαλάσσης) ανατολικά της Σινώπης, και δεν έχει καλό λιμάνι.  Τα βασικά της πλεονεκτήματα ήταν ο σίδηρος, τα ελαιόδεντρα, ο άργυρος, καθώς και η χερσαία διαδρομή που οδηγούσε στην Ταρσό της νότιας Ανατολίας (Avram et al., 2004).

Κοτύωρα (Ορντού)

Τα Κοτύωρα, [περίπου 260 χλμ.] ανατολικά της Σινώπης, βρίσκονται στην κορυφή μιας εσωτερικής διαδρομής με δύο φαρδιά δέλτα στα ανατολικά, τα οποία τροφοδοτούν επαρκώς την περιοχή.  Οι παραλίες της προστατεύονται από μία ακροπόλη (Bryer and Winfield 1985).  Ο Ξενοφών το 400 π.Χ. δήλωσε ότι η ελληνική αποικία των Κοτυώρων απέτισε φόρο τιμής στη Σινώπη.  Η Σινώπη ίδρυσε την ελληνική αποικία στα Κοτύωρα τον 6ο αιώνα π.Χ.

Κερασούς (Κερασούντα)

Η βραχώδης χερσόνησος της Κερασούντας παρέχει μια καλή αμυντική τοποθεσία κατά μήκος της ακτής (πιθανώς ο κύριος λόγος για την τοποθεσία της).  Δεν έχει καλό λιμάνι και η ενδοχώρα της δεν προσφέρει εκτεταμένες γεωργικές ή κτηνοτροφικές εκτάσεις.  Ενδεχομένως η ιστορική της σημασία να οφείλεται στο γεγονός ότι αποτελούσε εμπορική έξοδο για τις εξαγωγές στυπτηρίας από την Κολωνία (Shebinkarahisar, Εικόνα 2) που βρίσκεται νότια (Bryer and Winfield 1985).  

Ο Ξενοφών επισκέφθηκε την Κερασούντα το 400 π.Χ. και ανέφερε ότι η Σινώπη είχε καταλάβει τη γη από τους κατοίκους της και την έδωσε στους αποίκους της, οι οποίοι στη συνέχεια πλήρωναν τακτικό φόρο προς τη Σινώπη.  Η ελληνική αποικία της Κερασούντας πιθανότατα ιδρύθηκε τον 6ο αιώνα π.Χ.  

Τραπεζούντα

Η Τραπεζούντα αποικίστηκε από Έλληνες της Σινώπης τον 6ο αιώνα π.Χ.  Δεν υπάρχει ακριβής ημερομηνία για την ίδρυσή της.  Η Τραπεζούντα βρίσκεται 400 χλμ. ανατολικά της Σινώπης και επωφελήθηκε από την παράκτια διαδρομή προς την Κολχίδα (σύγχρονη Γεωργία) και τη διαδρομή της ενδοχώρας προς τα νότια. Είχε προμήθειες ξυλείας και αργύρου στους λόφους της (Avram et al., 2004).  

Ο Ξενοφών και οι μισθοφόροι του επισκέφθηκαν την Τραπεζούντα και προσδιόρισαν αρκετούς γηγενείς λαούς, που έμεναν εκεί κοντά.  Κάποιοι από αυτούς συμπεριλάμβαναν τους Χάλυβες (πιθανώς γύρω από την Αργυρούπολη), τους Μάκρωνες (νότια της Τραπεζούντα) και τις ποικίλες φυλές των Κόλχων στα παράλια.

Περίληψη

Οι λίγες ελληνικές αποικίες που δημιουργήθηκαν κατά την Αρχαϊκή περίοδο (750–550 π.Χ.) κατά μήκος της νότιας ακτής της Μαύρης Θάλασσας ήταν μικρές και συχνά βρίσκονταν σε χερσονήσους.  Εάν οι αρχικοί αυτοί οικισμοί δεν έχουν επιβιώσει, είναι λόγω της αύξησης της στάθμης της Μαύρης Θάλασσας κατά την αρχαιότητα.  Αυτές οι αποικίες ήταν λίγες, λόγω της τοπικής γεωγραφίας και των εχθρικών ντόπιων κατοίκων.  Επίσης, αρχαιολογικά, γνωρίζουμε λίγα για αυτές τις αποικίες γιατί επάνω σε αυτές έχουν χτιστεί σύγχρονες πόλεις, δρόμοι και έργα αποκατάστασης, τα οποία έχουν καταστρέψει όσα είχαν επιβιώσει μέχρι τώρα (Tsetskhladze 2007b).

2. Είναι οι Έλληνες του Πόντου απόγονοι των Ελλήνων αποικιστών του 7ου Aιώνα π.X.;

Η προσωπική μου άποψη είναι ότι σήμερα οι Πόντιοι δεν είναι απαραίτητα απόγονοι αυτών των Ελλήνων αποίκων.  Είναι πιθανό κάποιοι Πόντιοι να έχουν προγόνους που ήταν:

- ιθαγενείς κάτοικοι της Ανατολίας
- μη-Έλληνες που μετανάστευσαν στον Πόντο, μετατράπηκαν σε Ορθόδοξους Χριστιανούς και υιοθέτησαν τον ελληνικό πολιτισμό
- Έλληνες που μετακόμισαν στον Πόντο πιο πρόσφατα -τον 19ο και τον 20ό αιώνα-, λόγω των πλεονεκτημάτων του εμπορίου
- Μουσουλμάνες γυναίκες που παντρεύτηκαν με Έλληνες και προσηλυτίστηκαν στον χριστιανισμό  
από διάφορους άλλους λαούς.

Οι Έλληνες επέζησαν στον Πόντο μέχρι το 1461 (όταν οι Οθωμανοί Τούρκοι κατέλαβαν την Τραπεζούντα) και κατά την εποχή της Oθωμανικής κυριαρχίας.  Πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο υποτίθεται ότι υπήρχαν τουλάχιστον 416.000 Έλληνες στον Πόντο (βλ. Σημείωση 1).  Μέχρι το τέλος του 1924 σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι «Oρθόδοξοι» Έλληνες εγκατέλειψαν την πατρίδα τους υπό την υποχρεωτική ανταλλαγή των Ελληνορθόδοξων πληθυσμών από την Τουρκία στην Ελλάδα και του πολύ μικρότερου συνόλου των Μουσουλμάνων από την Ελλάδα στην Τουρκία (Σημείωση 2).  (Υπήρχαν, επίσης, πολλοί Έλληνες από τον Πόντο που ζούσαν ακόμη στην κοντινή Ρωσία, την Ουκρανία και τον Καύκασο.)  Ως αποτέλεσμα της πορείας τους προς τα Ποντιακά λιμάνια, καθώς και του θαλάσσιου ταξιδιού τους προς την Ελλάδα, ως μέρος της Ανταλλαγής Πληθυσμών, πολλοί από αυτούς πέθαναν κάτω από πολύ σκληρές συνθήκες.  Κατά την άφιξή τους στην υποτιθέμενη «πατρίδα» της Ελλάδας, αποκαλούνταν Έλληνες «Πόντιοι» και έλαβαν μια μορφή «αποδοχής» από τους άλλους Έλληνες.  Η νέα τους ζωή στην Ελλάδα ήταν ένας άλλος αγώνας, όπου κι άλλοι πέθαναν λόγω των σκληρών συνθηκών που επικρατούσαν.

Οι Έλληνες του Πόντου έχουν διατηρήσει ξεχωριστή πολιτιστική ταυτότητα ανά τους αιώνες, σε σύγκριση με άλλους Έλληνες.  Ο φυσικός διαχωρισμός τους (Σημείωση 3) από άλλες ελληνικές κοινότητες οδήγησε εδώ και πολλά χρόνια στην ανάπτυξη μιας ξεχωριστής κουλτούρας, με αποτέλεσμα την πολύ διακεκριμένη μουσική, τον χορό και την ποντιακή διάλεκτο (Pratsinakis 2013).  Οι Μουσουλμάνοι του Πόντου έχουν αρχίσει να ρωτούν για τη δική τους κληρονομιά.  Αυτοί οι Πόντιοι της Τουρκίας μπορεί να έχουν μια άμεση καταγωγή από Xριστιανούς προγόνους που στη συνέχεια προσηλυτίστηκαν στο Ισλάμ.  

Ο ποντιακός Eλληνικός πολιτισμός συνήθως εκφράζεται μέσα από τη μουσική (ειδικά από την Ποντιακή λύρα), το τραγούδι στην ποντιακή γλώσσα και τον χορό.  Σημαντική εξέλιξη είναι η πρόσφατη αναβίωση της μάθησης της ποντιακής διαλέκτου—μιας διαλέκτου που ακόμα μιλιέται από κάποιους Mουσουλμάνους Τούρκους στην περιοχή γύρω από την Τραπεζούντα.  

Τελική Παρατήρηση

Πώς μπορούμε να μάθουμε περισσότερα για το ποιοι είμαστε;  Πρέπει να διερευνήσουμε τα οικογενειακά μας δέντρα ξεκινώντας από τους ηλικιωμένους συγγενείς μας.  Nα μελετήσουμε τα πιστοποιητικά θανάτου των ηλικιωμένων συγγενών μας και να δούμε αν υπάρχουν γενεαλογικά δεδομένα, όπως η ημερομηνία γέννησης, ο τόπος γέννησης, το όνομα των γονέων (ελπίζοντας ότι τα δεδομένα καταγράφηκαν σωστά).  Και όσοι είναι θαρραλέοι και έχουν τα χρήματα (και είναι πρόθυμοι να δεχτούν κάποια απογοήτευση) θα πρότεινα να προβούν σε εξέταση DNA για γενεαλογικούς σκοπούς.  Για τους άνδρες αυτή περιλαμβάνει τις τρεις γενεαλογικές εξετάσεις DNA («Μελέτη στο χρωμόσωμα Y», « Μελέτη στο DNA των μιτοχονδρίων -MtDNA» και Μελέτη σε ολόκληρο το DNA «Family Finder»), ενώ οι φθηνότερες εκδοχές αυτών των εξετάσεων θα πρέπει να αποφείγονται (Σημείωση 4).  Όλα αυτά, όμως, θα πρέπει να καλυφθούν σε μια μελλοντική συζήτηση.  

Σημειώσεις

Σημειώση 1  
Για τον πληθυσμό των Ελληνο-ποντίων στη βόρεια Ανατολία πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (με βάση τα στοιχεία στις επαρχίες Κασταμονή, Σίβας και Τραπεζούντα του Α. Αλεξανδρή (Alexandris 1999, σσ. 64–66) από την «απογραφή» του 1910–12 του Πατριαρχείου).

Το νούμερο τουλάχιστον 416.000 δεν περιλαμβάνει τις πιθανές εκατοντάδες χιλιάδες Ποντίων Έλλήνων που ζούσαν στον Καύκασο, τη Ρωσία ή την Ουκρανία πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.  

Σημειώση 2
Η Συνθήκη της Λωζάνης υπογράφτηκε τον Ιούλιο του 1923 και επισημοποίησε τους όρους της ειρήνης μεταξύ της Τουρκίας και των Συμμαχικών Δυνάμεων που πολέμησαν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στον Τουρκικό Πόλεμο της Ανεξαρτησίας.  Ολοκλήρωσε το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Encyclopedia of the Ottoman empire 2009).

Νωρίτερα, τον Ιανουάριο του 1923, η Ελλάδα και η Τουρκία υπέγραψαν τηv «Σύμβαση της Λωζάνης» σχετικά με την Ανταλλαγή Πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.  Η σύμβαση αυτή προέβλεπε την υποχρεωτική ανταλλαγή Τούρκων υπηκόων Ελληνορθόδοξης θρησκείας στην Tουρκική επικράτεια και Έλληνων υπηκόων Mουσουλμανικής θρησκείας στην Eλληνική επικράτεια. Οι Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη και οι Μουσουλμάνοι στη Δυτική Θράκη απαλλάχθηκαν από αυτή την ανταλλαγή.  Ο αποκλεισμός των Ορθοδόξων κατοίκων των νησιών Ίμβρος και Τένεδος καθορίστηκε αργότερα στην Συνθήκη της Λωζάνης (Hirschon 2008).

Σημειώση 3
Οι Ποντιακές Άλπεις, οι οποίες έχουν έκταση πάνω από 700 χλμ. και βρίσκονται λιγότερο από 100 χλμ. εσωτερικά της Μαύρης Θάλασσας, αποτελούν καθοριστικό παράγοντα για τον χαρακτήρα του Πόντου (βορειοανατολική γωνία της Ανατολίας δίπλα στη Μαύρη Θάλασσα, Σχήμα 2).  Αυτές οι Άλπεις δημιουργούν απομονωμένους οικισμούς στις συχνά πυκνοκατοικημένες περιοχές (Bryer and Winfield 1985).  Αυτή η τραχιά και απομονωμένη γεωγραφία επηρέασε πολύ τους κατοίκους του Πόντου.

Σε μερικούς χάρτες ο Πόντος έχει επίσης περιγραφεί ως αποτελούμενος από τις έξι Ελληνορθόδοξες επισκοπές: Αμάσειας, Χαλδίας, Κολωνίας, Νεοκαισαρείας, Ροδοπόλεως και Τραπεζούντας (Alexandris 1999).  

Σημειώση 4
Υπάρχει μια σημαντική διαφορά μεταξύ της προσδοκίας και της πραγματικότητας του ελέγχου των προσωπικών γονιδιωμάτων απευθείας από τον καταναλωτή, δημιουργώντας ένα χάσμα, όπου τίθενται ενδιαφέρουσες εντάσεις και ηθικά διλήμματα.

Αυτό το κενό είναι ένας ενδιαφέρων χώρος, επειδή δεν συζητείται αμέσως όταν οι εξεταζόμενοι μιλούν για την εμπειρία τους από τον έλεγχο.  Αντ 'αυτού, ο χώρος αυτός μπορεί να οριστεί από την αίσθηση απογοήτευσης, για την οποία κάποιοι μιλούν και την οποία νιώθουν όταν σκέφτονται την εμπειρία τους από αυτόν τον έλεγχο.

Μέρος αυτής της απογοήτευσης είναι μια αντανάκλαση της υπερβολής που υπάρχει γύρω από αυτούς τους ελέγχους.  Εντούτοις, μέσα σε αυτή την υπερβολή βρίσκεται ένας πυρήνας αλήθειας: ότι υπάρχουν πολλά για την ανθρώπινη γονιδιωματική που δεν γνωρίζουμε (Savard 2016, σσ. 22–23).

Ευχαριστίες
Ευχαριστώ τον Άρη Τσιλφίδη και τη Γιώτα Ελευθερίου για τη διόρθωση της ακατέργαστης Eλληνικής μετάφρασής μου.  Όλα τα λάθη είναι δικά μου.  

Βιβλιογραφικές αναφορές
Alexandris, A 1999, ‘The Greek census of Anatolia and Thrace (1910–1912): a contribution to Ottoman historical demography’, in D Gondicas & C Issawi (eds) 1999, Ottoman Greeks in the age of nationalism, The Darwin Press Inc., Princeton, New Jersey, pp. 45–76.  
Avram, A, Hind, J & Tsetskhladze, G 2004, ‘The Black Sea area’, in MH Hansen & TH Nielsen (eds), An inventory of archaic and classical poleis, (Copenhagen Polis Centre for the Danish National Research Foundation), Oxford University Press, Oxford, pp. 924–73.  
Bryer, A & Winfield D 1985, The Byzantine monuments and topography of the Pontos, vol. I, Dumbarton Oaks Research Library & Collection, Harvard University, Washington DC.  
Doonan, O 2009, ‘Sacred landscapes and the colonization of the Sinop promontory’, in C Gates, J Morin & T Zimmermann (eds) 2009, Sacred landscapes in Anatolia and neighbouring regions, Archaeopress, Oxford, pp. 69–78.  
Encyclopedia of the Ottoman empire, 2009, ‘Treaty of Lausanne’, Facts on File, New York, pp. 323–25.
Greaves, A 2007, ‘Milesians in the Black Sea: trade, settlement and religion’, in V Gabrielsen & J Lund (eds) The Black Sea in antiquity: regional and interregional economic exchanges, Black Sea Studies 6, Aarhus University Press, Aarhus, Denmark, pp. 9–22.  
Hirschon, R 2008, ‘Notes on terminology and orthography’, in R Hirschon (ed.) 2008, Crossing the Aegean: an appraisal of the 1923 compulsory population exchange between Greece and Turkey, Berghahn Books, New York, pp. xi–xiii.  
Pratsinakis, E 2013, Contesting national belonging: an established-outsider figuration on the margins of Thessaloniki, Greece, PhD thesis, Amsterdam Institute for Social Science Research, University of Amsterdam, Amsterdam.  
Savard, J 2016, ‘The ethics of online genomics tests’, Australian Science, vol. 37, no. 6, pp. 21–3.  
Summerer, L 2007, ‘Greeks and natives on the southern Black Sea coast in antiquity’, in G Erkut & S Mitchell (eds) 2007, pp. 27–36.  
Tsetskhladze, GR 1994, ‘Greek penetration of the Black Sea’, in GR Tsetskhladze & F de Angelis (eds) 1994, The Archaeology of Greek colonisation, Oxford University School of Archaeology, Oxford, pp. 111–36.  
Tsetskhladze, GR 2006, ‘Revisiting ancient Greek colonisation’, in GR Tsetskhladze (ed.) 2006, Greek colonisation: an account of Greek colonies and other settlements overseas, vol. 1, Brill, Leiden, The Netherlands, pp. xxiii–lxxxiii.  
Tsetskhladze, GR 2007a, ‘Pots and pandemonium: the earliest east Greek pottery from north Pontic native settlements’, Pontica, XL, pp. 37–70.  
Tsetskhladze, GR 2007b, ‘Greeks and locals in the southern Black Sea littoral: a re-examination’, in G Herman & I Shatzman (eds) 2007, Greeks between east and west: essays in Greek literature and history in memory of David Asheri, The Israel Academy of Sciences and Humanities, Jerusalem, pp. 160–95.  
Xenophon, The Persian expedition, (translated from Greek into English by Rex Warner, Introduction and Notes by George Cawkwell), reprinted 1972, Penguin Classics, London.  

 

Go to top