Από τον Γιάννη Ευρ. Παπαδόπουλο-Χαριτάντη

Ο Γιάννης Χαριτάντης, ομότ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών, είναι Πόντιος δεύτερης γενιάς Ποντίων προσφύγων του 1922. Οι γονείς του Ευριπίδης και Χαρίκλεια γεννήθηκαν στη Βαρενού του Πόντου.

Ιανουάριος 2016

 

Λίγο μετά την πτώση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας στα χέρια  των Τούρκων, το 1461, κάποιοι προνοητικοί Έλληνες Τραπεζούντιοι, αλλά και κάτοικοι παράλιων πόλεων, αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και διάλεξαν να χτίσουν τα χωριά τους στα βουνά, όσο πιο ψηλά γινότανε, για να γλιτώσουν από την αγριότητα του κατακτητή. 

Η ορεινή περιοχή της Χαλδίας έγινε το καταφύγιο πολλών Ελλήνων του Πόντου. Εκεί, για πολλά χρόνια ζούσαν σε απομόνωση από τις τουρκικές κοινότητες, αλλά, με αξιοζήλευτη ελληνική κοινωνική και χριστιανική οργάνωση. Αυτός ο τρόπος οργάνωσης - η κληρονομιά τους από την αυτοκρατορική πόλη - ήταν αυτός που συνέβαλλε ουσιαστικά στην διατήρηση της ελληνικής και χριστιανικής τους ταυτότητας στα μετέπειτα χρόνια, αλλά, και της ανάπτυξης της περιοχής. Ήσαν οι πιο πολλοί άνθρωποι που ξεχώριζαν για τη μόρφωσή τους και την έφεσή τους στα γράμματα. Κάποιοι από αυτούς διαλέξανε τον νέο τους τόπο νοτίως της Τραπεζούντας, περί τις δέκα ώρες απόσταση με ζώο. Και όπως αυτή η ιστορία μεταφέρθηκε από στόμα σε στόμα, ένα από αυτά τα πολλά χωριά που δημιουργήθηκαν τότε, ήταν και η Βαρενού. Για τη μαρτυρία αυτή δεν διαθέτω ιστορική τεκμηρίωση, όμως, βασίζεται σε ακούσματα από συγγενείς μου, αλλά, και άλλους Πόντιους κατοίκους του χωριού.

Η κοντινότερη πόλη, δυτικότερα της Βαρενούς, ήταν η Αργυρούπολη (Gümüşhane) σε απόσταση τρεις και κάτι ώρες με ζώο. Το χωριό τους το χτίσανε στις παρυφές του βουνού Κουλάτ Δαγ, σε μια κατεβασιά του βουνού που ήταν ξεχωριστή από μακριά για το σχήμα της, γιατί έμοιαζε πολύ με ουρά κροκόδειλου. Στην ανατολική πλευρά αυτής της ουράς υπήρχε ένας απότομος βράχος, κάτω από τον οποίο χτίσανε τα σπίτια τους. Τον βράχο το ονόμασαν Κροκότειλο (ή Κροκόδειλο). Ορισμένα από τα πρώτα σπίτια, που σώζονταν ακόμα, μέχρι και την εποχή του εκδιωγμού το 1922, ήταν χτισμένα επάνω σε κορμούς δέντρων, αφού, η περιοχή ήταν αρχικά δασώδης. Ο Κροκότειλος ήταν πάντα το σημάδι προσανατολισμού τους, όταν από μακριά προσέγγιζαν το χωριό. Ιδιαίτερα, όταν όλα ήταν σκεπασμένα με χιόνι, ο Κροκότειλος ήταν ο φάρος τους. Στο χωριό, που έχτισαν σε υψόμετρο 1750 μέτρα, δώσανε το όνομα Βαρενού[1], όμως, η προέλευση του ονόματος έχει χαθεί. Την εποχή του ξεριζωμού των Ελλήνων του Πόντου, στο τέλος του 1922, το χωριό αριθμούσε περί τις ογδόντα οικογένειες και σχεδόν κάθε οικογένεια είχε αναδείξει τουλάχιστον έναν σπουδαγμένο.

 

Το χωριό Βαρενού κάποτε.  Σήμερα σώζεται μόνον η κεντρική βρύση του χωριού

 

Σχεδιάγραμμα της Βαρενούς που σχεδίασε το 1996 η Χαρίκλεια Παπαδοπούλου το γένος Ευτυχίδη. Ήταν μόλις 9 ετών όταν έγινε η ανταλλαγή των πληθυσμών στο τέλος του 1922, κι όμως τα θυμότανε όλα μέχρι τα βαθειά γεράματά της. Διακρίνονται όλα τα οικήματα και η σχετική τους θέση. Διακρίνονται τα ονόματα των οικογενειών σε κάθε σπίτι και σε κάθε αχυρώνα. Διακρύνονται οι εκκλησίες, το σχολείο, ο νερόμυλος, οι βρύσες, τα αλώνια και οι κήποι!

  

 

Ο Πόντος παρά τον Εύξεινο Πόντο

 

Επαρχία Κρώμνης στον Πόντο. Διακρίνονται τα γειτονικά χωριά, το Παρτίν και η Βαρενού

 

Η Βαρενού στους πρόποδες του Κροκότειλου και δίπλα στον ποταμό Γιαγλίντερε υψόμετρο 1750 μέτρα

 

ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΑΡΕΝΟΥ

Γερβάσιος A` Σουμελίδης  (1820-1905)

Μητροπολίτης Χαλδίας του Πόντου

Ο Γερβάσιος γεννήθηκε το 1820 στη Βαρενού, ένα φτωχό χωριό της Αργυρούπολης.  Αξιοσημείωτο είναι το ιερατικό έργο του, η προσφορά του στην εκπαίδευση στον Πόντο καθώς και ο ιστορικός του ρόλος.[2]

 

Λαυρέντιος Παπαδόπουλος (1866-1928)

Γεννήθηκε στη Βαρενού της Χαλδίας του Πόντου. Γονείς του ήσαν ο Βασίλειος και η Βαρβάρα. Φοίτησε στο Γυμνάσιο Αργυρουπόλεως και αποφοίτησε με άριστα από τη θεολογική Σχολή της Χάλκης. Σύντομα χειροτονήθηκε Αρχιδιάκονος και το 1905 αναχώρησε για την Κερασούντα όπου εκλέχτηκε (1912) Μητροπολίτης Χαλδίας[3]

 

 Λαυρέντιος Β` Παπαδόπουλος, (1866-1928). Μητροπολίτης Χαλδίας Πόντου & Δράμας. Κείται στο μοναστηράκι Νέας Κρώμνης Δράμας, Ιερά Λαυρεντιανή Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, του οποίου υπήρξε κτήτωρ ιδίοις εξόδοις

 

«Λαυρέντιος μεν Τιβαρινός Χαλδίας
ενθάδε κείμαι πλείσθ’ όσα καμών παθών
Δράμαν τρισολβίαν τε εύχρονος λιπών
Ως τω Θεώ έτυχον, ώ γε η δόξα».

 

Διετέλεσε Αρχιδιάκονος του Πατριαρχείου ως αριστούχος της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης κατά την περίοδο 1900 - 1910 και ως εκ τούτου είχε σημαντική συμβολή στην οργάνωση, υποστήριξη και συντονισμό του Μακεδονικού Αγώνα για την αντιμετώπιση της σκληρής γραμμής της Βουλγαρικής Εξαρχίας.

Επέκτεινε τα όρια της εκκλησιαστικής του παρέμβασης και στις περιοχές των μεταλλείων

Αργυρουπόλεως. Υπήρξε ιδρυτής πολλών ευαγών ιδρυμάτων.

Ανέλαβε κρίσιμες αποστολές του Πατριαρχείου όπως η μετάβασή του στην Κρήτη για την διευθέτηση θεμάτων της Κρητικής Αρχιεπισκοπής κ.α.

Συνεργάστηκε με ευρωπαίους  διπλωμάτες για τη διάσωση και φυγάδευση του ποντιακού πληθυσμού.

Υπήρξε βασικός πρωτεργάτης για την αποκατάσταση των προσφύγων στην Β. Ελλάδα.

Ηγετική προσωπικότητα, καταδικάστηκε από τις Τουρκικές αρχές για κατασκοπεία και εξαπάτηση των Τουρκικών Αρχών.

 

Μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

... Εφτά άτομα κα­ταδικάστηκαν σε δεκαπενταετή δεσμά και άλλοι σε πρόσκαιρα δε­σμά. Ερήμην καταδικάστηκαν επίσης σε θάνατο ο Μητροπολίτης Νεοκαισαρείας Πολύκαρπος, ο Χαλδίας και Κερασούντος Λαυρέ­ντιος, ο Λεωνίδας Ιασωνίδης κ.ά.

Φ. Συμεωνίδης  Πηγή

 

Στις 15 Δεκεμβρίου 1916 Ο Λαυρέντιος σε επιστολή του προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναφέρει...

<<... Και ήρξαντο επιτεινόμεναι αι διώξεις, ατιμώσεις, παρθένων γυναικών, αι φορολογίαι, οι δαρμοί και οι  φόνοι εν τοις  ελληνικοίς χωρίοις υπό εμπίστου οργάνου του Βαλή, του θηριώδους και απαισίου τέρατος Οσμάν αγά Φιρτίνογλου, συνοδευόμενου υπό πεντηκοντάδος ενόπλων κακούργων και πολλάς κακουχίας και εν τη πόλει διαπράξαντος και νυν έτι διαπράττοντος, τη συνενοχή των αρχών, επί τη προφάσει ότι αναζητεί εν ταις οικίαις των Ελλήνων όπλα και φυγόστρατους. Δέον να σημειώσωμεν ενταύθα ότι ο ρηθείς Οσμάν αγάς, άνθρωπος εντελώς αγράμματος και θηριώδης είναι το πιστόν και προσφιλές όργανον και τη επινεύσει αυτού και των επιτοπίων αρχών κατέστη από της αρχής του πολέμου ο τύραννος και ο δικτάτωρ της Κερασούντος και των ελληνικών χωρίων, δέρων, λεηλατών, ατιμάζων, φορολογών, φονεύων, εισερχόμενος νύκτωρ εις τας ελληνικάς οικίας μετά της περί αυτόν πολυαρίθμου σπείρας ενόπλων κακούργων, ενεργών άνευ επισήμου τινός εντολής κατ' οίκον ερεύνας, φυλακίζων αυθαιρέτως και εν γένει καταστάς φοβερά δια τους Έλληγνας μάστιξ...>>

 

Γερβάσιος Β` Σουμελίδης (1882-1943)

 

 

 Ο Γερβάσιος (κατά κόσμον Ευριπίδης Σουμελίδης του Χαράλαμπου) γεννήθηκε το 1882 στη Βαρενού[4] της Κρώμνης, στον ανατολικό Πόντο, που ανήκε στη Μητρόπολη Χαλδίας. Γονείς του ήταν ο Χαράλαμπος και η Πελεγία το γένος Χαριτάντη. Αδελφός του πατέρα του ήταν ο μητροπολίτης Χαλδίας Γερβάσιος Α` Σουμελίδης, ο οποίος τον σπούδασε και αργότερα τον χειροτόνησε. Ήταν κοντινός συγγενής του μητροπολίτου Λαυρεντίου, του οποίου υπήρξε Πρωτοσύγκελος στη μητρόπολη Χαλδίας. Σπούδασε στην Αργυρούπολη, την Καισάρεια και το 1906 αποφοίτησε από την Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Το 1911-12 ανέλαβε τη διεύθυνση της Ιερατικής σχολής Πρασάρεως . Εργάσθηκε ως δάσκαλος και ιερέας στην ΚωνσταντινούποληΚαισάρεια, Θράκη και το 1912 εξορίσθηκε για τη θρησκευτική και εθνική του δράση στη Σόφια.

Υπήρξε Αρχιερατικός Επίτροπος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Χρύσανθου εκ Τραπεζούντος.

Το 1934 διορίζεται μητροπολίτης Γρεβενών. Στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής δεν αρνήθηκε τη βοήθεια και την ευλογία του στις δυνάμεις της αντίστασης όταν αυτή του ζητήθηκε. Πηγή

 

Στη ρίζα του χωριού, σε μικρή απόσταση από τα σπίτια, υπήρχε το πέρασμα του  ποταμού Γιαγλίντερε, που κατέβαινε δίπλα από την Κρώμνη και το διπλανό χωριό Παρτίν. Οι γύρω κορυφές των ψηλότερων βουνών του Κουλάτ Δαγ ξεπερνούσαν τα 3000 μέτρα και ήταν χιονισμένες στο μεγαλύτερο μέρος του χρόνου.[5]

Κωμόπολη της περιοχής ήταν η Κρώμνη με τους εννέα μαχαλάδες της.[6] Στην Κρώμνη υπήρχε και το τούρκικο αστυνομικό Τμήμα με αρκετούς τσανταρμάδες[7]. Όμως δεν υπήρχαν τούρκικες οικογένειες. Η Βαρενού απείχε από την Κρώμνη λιγότερο από μία ώρα με τα πόδια.

Οι κάτοικοι της Βαρενούς ήσαν όλοι τους Πόντιοι Έλληνες, Χριστιανοί ορθόδοξοι. Σε τόσο μικρό χωριό οι περισσότεροι ήσαν συγγενείς μεταξύ τους. Κανένας Τούρκος δεν υπήρχε στο χωριό. Οι άντρες όλοι είχαν ελληνική εκπαίδευση διατηρώντας από τους προγόνους τους την μεγάλη έφεση για τα γράμματα. Κάποιοι ελάχιστοι είχαν και παράλληλη εκπαίδευση, από τούρκικα σχολεία σε διπλανά χωριά, για την εκμάθηση μόνον της τουρκικής γλώσσας. Οι άντρες μιλούσαν τα ποντιακά, ενώ, στις συναλλαγές τους με τους Τούρκους κάποιοι, όχι όλοι, μιλούσαν τα τούρκικα. Για τις περισσότερες γυναίκες η εκπαίδευση περιορίζονταν στο βασικό επίπεδο του δημοτικού σχολείου, και επειδή ποτέ οι γυναίκες δεν συναλλάσσονταν με Τούρκους, από τούρκικα γνώριζαν μόνον λίγες λέξεις, αυτές που είχαν εισχωρήσει στο ποντιακό λεξιλόγιό τους. Η ανώτερη μόρφωση των γυναικών δεν τους απασχολούσε και πολύ.[8] Οι γυναίκες ήταν για να στηρίζουν την οικογένεια. Ωστόσο, οι Πόντιες γυναίκες είχαν πολύ ισχυρό λόγο μέσα στην οικογένεια και η άποψή τους λαμβάνονταν πολύ σοβαρά υπ' όψιν.   

Η Βαρενού ήταν ένα βραχώδες και άγονο χωριό. Η καλλιεργήσιμη γη περιορίζονταν σε μικρές εκτάσεις σιτηρών και σε αρκετούς κήπους στη άκρη του ποταμού Γιαγλίντερε,[9] δέκα λεπτά απόσταση κάτω από το χωριό. Εκεί παρήγαγαν, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, πολλά κηπευτικά και φρούτα, αλλά, και αρκετό καλαμπόκι. Κατά το χειμώνα είχαν πολλά αποξηραμένα φρούτα, τα τσίρια, με τα οποία έκαμναν αφέψιμες  κομπόστες. Οι οικογένειες επιβίωναν από τα γράμματα, τις τέχνες, το εμπόριο. Αρκετά ήταν και τα χρήματα (ρούβλια), που έστελναν οι ξενιτεμένοι. Ιεράρχες, παπάδες, ιερομόναχοι, δάσκαλοι, γιατροί, δικηγόροι, ζωγράφοι και τραπεζίτες από τη Βαρενού ήσαν γνωστοί σε όλον τον Πόντο.  (βλ. Ποντιακή Εστία).[10]

Παράλληλα, όσοι έμεναν στο χωριό γνώριζαν καλά την κτηνοτροφία, κυρίως, μεγάλων ζώων, που τους εξασφάλιζαν πολλά για τη διατροφή τους. Δεν υπήρχε καμία οικογένεια που να μην είχε στην κατοχή της αρκετές αγελάδες και κάποιοι συντηρούσαν και λίγα πρόβατα.

 Οι αγελάδες ήσαν για αυτούς κάτι σαν ιερό ζώο. Χαριτολογώντας έλεγαν ότι, μια αγελάδα είναι σαν μια μικρή βιομηχανία, και δεν είχαν άδικο. Από τις αγελάδες έπαιρναν το άφθονο γάλα και με αυτό έκαμναν το ξύγαλα, δηλαδή, το οξύγαλα, που, όμως, στην Ελλάδα το λέμε με το τούρκικο όνομά του, γιαούρτι. Από το ξύγαλα έφτιαχναν το καϊμάκι, το βούτωρον, το ιλιστόν[11], το πασκιτάν[12], το αϊράνι[13]. Από τις αγελάδες εξασφάλιζαν και το κρέας τους. Ακόμα και αυτές οι κοπριές των αγελάδων ήταν χρήσιμες διότι ήταν το καλύτερο και μοναδικό λίπασμα για τους λιγοστούς κήπους τους. Με το δέρμα τους έφτιαχναν παπούτσια (τσαρούχια) και ενδύματα, ενώ, με τα κέρατά τους έφτιαχναν χτένες, χειροτεχνήματα και εργαλεία. Τίποτα δεν πετάγονταν στα άχρηστα, όμως, το σημαντικότερο απ' όλα τα προϊόντα του γάλατος ήταν το βούτυρο, που ήταν η βασική πηγή ενέργειας για τους ανθρώπους των ορεινών κρύων τόπων. Το αγελαδινό βούτυρο ήταν το βασικότερο προϊόν τους και μπορούσε να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η Σοφία Χρυσοχόου από τη Βαρενού, σύζυγος του Θεοφύλακτου Χρυσοχόου, περιγράφει την Βαρενού σε μια συνέντευξή της στον Νίκο Τελίδη.

Εγώ ήμουν από τη Βαρενού και ο άνδρας μου από το Λιβάδι της Ίμερας....

Στη Βαρενού, όπως και στο Παρτίν, είχαν λίγα χωράφια και μπαξέδες. Για τον χειμώνα, που ήταν πάντα βαρύς, ετοιμάζαμε την απαραίτητη τροφή για την οικογένεια και για τα ζώα. Κάναμε καβουρμάδες,[14] ξερά λαχανικά, τουρσιά, το καλόν το βούτωρον και άλλα. Από τα λιγοστά οπωροφόρα δέντρα κάναμε τα τσιρία για τις χειμωνιάτικες κομπόστες. Όταν η παραγωγή ήταν καλή έφτιαχναν και παστίλιες, δηλαδή στεγνά πολτοποιημένα φρούτα, που τα στέγνωναν επάνω σε υφάσματα...

Στα χωριά όλα ζούσαν μόνον Έλληνες, που μιλούσαν ποντιακά. Από τέλη Σεπτεμβρίου έως και τον Απρίλιο χιόνιζε με το χιόνι να φτάνει, μερικές φορές, μέχρι και τα δύο μέτρα. Αρκετές φορές, από τον λόφο της Αρεμενίτσας κατέβαιναν χιονοστιβάδες που έκαναν πολλές ζημιές. Πολλές οικογένειες, μην υποφέροντας τον βαρύ χειμώνα, ζούσαν στην Τραπεζούντα. Όσοι έμεναν στα χωριά της Ίμερας, κατά τις γιορτές του Δωδεκαήμερου έκαναν (λατρευτικό έθιμο) τους Μωμμόγερους.  Πηγή

Σημαντικές μαρτυρίες για ορισμένους από τους εξέχοντες της Βαρενούς, δίνει ο γιός της Σοφίας Χρυσοχόου, ο αείμνηστος γιατρός Αθανάσιος Χρυσοχόου. Πηγή

Τ' ευλογημένον το βούτωρον του Πόντου

            Η διαδικασία της παραγωγής του βουτύρου ήταν μια πραγματική ιεροτελεστία και κράταγε μέρες. Το γάλα γινότανε πρώτα ξύγαλα. Για να γίνει αυτό, πρώτα έβραζαν καλά το γάλα, πολύ καλά, για να φύγει το πολύ νερό του, κι όταν έπαιρνε ένα ελαφρύ υποκίτρινο χρώμα σταματούσαν τον βρασμό. Το βρασμένο γάλα τοποθετούνταν σε πολλά πήλινα μικρά δοχεία της οκάς[15] και αφήνονταν να κρυώσει, μόλις που να αισθάνονται τη θέρμη του, δοκιμάζοντας το, συνεχώς, με το μικρό δαχτυλάκι του χεριού τους. Αυτή ήταν η κατάλληλη θερμοκρασία για να προσθέσουν κατόπιν τη μαγιά της ζύμωσης, που φύλαγαν από προηγούμενο γλυκό ξύγαλα. Περίπου δυο κουταλιές της σούπας μαγιά χρειάζονταν για κάθε οκά γάλα. Μια καλή μαγιά ήταν η προϋπόθεση για ένα καλό αποτέλεσμα. Τα πήλινα δοχεία με το γάλα τυλίγονταν με μάλλινα υφάσματα, για να διατηρείται σταθερή η θερμοκρασία τους κατά τη διάρκεια της ζύμωσης. Η σωστή επιλογή της θερμοκρασίας ζύμωσης και η καλή μαγιά έκρυβαν την τέχνη για την επιτυχία καλού ξυγάλατος. Αν θερμοκρασία ήταν υψηλότερη από την κανονική τότε το ξύγαλα θα γίνονταν ξινό, ενώ, αν θερμοκρασία ήταν χαμηλότερη, τότε το ξύγαλα δεν θα έπηζε σωστά και ούτε που θα έκαμνε και καλό καϊμάκι. Σε κάθε οικογένεια υπήρχε πάντα μια γυναίκα που πετύχαινε το ξύγαλα καλύτερα από τις άλλες. Αυτή τύχαινε και ιδιαίτερου σεβασμού, αφού, η επιτυχία του ξυγάλατος ήταν και η απόδειξη της νοικοκυροσύνης της.

            Όση ποσότητα ξυγάλατος δεν καταναλίσκονταν από την οικογένεια τοποθετούνταν σε μεγάλα πήλινα πιθάρια και αφήνονταν εκεί για λίγες μέρες μέχρι να ξινίσει για τα καλά, και τότε ήταν έτοιμο, για να αρχίσει η διαδικασία παραγωγής του βουτύρου. Οι Πόντιοι παρήγαγαν το βούτυρο από ξινισμένο ξύγαλα και όχι από γάλα, γι' αυτό και είχε μια ιδιαίτερη νοστιμιά, που δεν έμοιαζε καθόλου με τη γεύση του βουτύρου που, σήμερα, γίνεται από την κρέμα γάλατος. Το ποντιακό βούτυρο όταν έλιωνε σε μια κατσαρόλα δεν άφηνε καθόλου υπόλοιπο γάλατος στον πυθμένα της κατσαρόλας, όπως γίνεται με την κρέμα γάλατος. Ήταν πάντα μια αληθινή πρόκληση γεύσης μια γωνία ζεστού ζυμωτού ψωμιού, μόλις έβγαινε από το φούρνο, και στο λάκκο που άφηνε η βγαλμένη ψίχα του να υπάρχει το άφθονο λιωμένο αγελαδινό αλατισμένο βούτυρο.

Η παραγωγή του βουτύρου ήταν για κάθε οικογένεια μια επίπονη, αλλά, συνηθισμένη και συχνή εργασία, που την γνωρίζανε καλά, και γίνονταν πάντα από τις γυναίκες ή ακόμα και με τη βοήθεια των παιδιών. Το ξινισμένο ξύγαλα τοποθετούνταν στο δρουβάνι που ήταν κρεμασμένο από δοκάρια στη μέση κάποιας αποθήκης ή ακόμα και του σπιτιού. Το δρουβάνι ήταν ένα συμμετρικό μακρόστενο ξύλινο βαρέλι, διογκωμένο λιγάκι στο μέσον του. Κρεμότανε οριζόντια από τα δοκάρια του ταβανιού, δεμένο στα άκρα του με δυο δυνατά σχοινιά. Ήταν σαν ένα βαρέλι που έκανε κούνια.

 

 

 Το δρουβάνισμα του βουτύρου στη Νέα Κρώμνη Δράμας. Στη φωτογραφία αριστερά είναι η δασκάλα Φιφή Γεωργιάδου, η Κίτσα Καραμανίδου και οι δυο κόρες της.

 Η χωρητικότητα του ήταν περίπου τριάντα οκάδες και γέμιζε από μια τρύπα στο επάνω μέρος, στη μέση της ``κοιλιάς`` του, (βλ. εικόνα). Όμως, ποτέ δεν το γεμίζανε μέχρι επάνω, για να υπάρχει χώρος να κινείται το υγρό. Κλείνανε την τρύπα με μια ξύλινη τάπα και ένα καθαρό ύφασμα και αρχίζανε το δρουβάνισμα. Αυτό σήμαινε ότι κινούσαν ρυθμικά το δρουβάνι πέρα-δώθε, για να χτυπιέται μέσα του το ξύγαλα. Το δρουβάνισμα ήταν και το ευχάριστο παιχνίδι των παιδιών. Καθώς το δρουβάνι πηγαινοέρχονταν πέρα-δώθε, το ξύγαλα χτύπαγε με χαρακτηριστικό πάταγο πότε στο μπρος και πότε στο πίσω μέρος του βαρελιού. Μισή ώρα και παραπάνω κράταγε αυτή η διαδικασία. Μ' αυτόν τον τρόπο ξεχώριζε το βούτυρο από το ξινόγαλο. Το δρουβάνισμα ήταν και μια ευκαιρία για κουβέντα με τις γειτόνισσές, αφού κράταγε αρκετή ώρα. Από το κάθε δρουβάνισμα παίρνανε περίπου μια οκά βούτυρο. Τους έμενε όμως και το ξινόγαλο, που το βράζανε ξανά και μετά το στραγγίζανε σε πάνινες σακούλες, για να πάρουν το ιλιστόν (μυζήθρα).

Πολλές φορές χρειάζονταν να κάνουν από το ξύγαλα, και το ιδιότυπο κασέρι τους. Τότε αφαιρούσαν όλο το καϊμάκι από το ξύγαλα και το τοποθετούσαν σε αλατισμένες στρώσεις μέσα σε ξύλινα δοχεία, που τα λέγανε κοβλάκια. Τα κοβλάκια ήταν μονόξυλες γαβάθες σκαλισμένες σε διαλεγμένο ξύλο δέντρων. Ανάμεσα στις στρώσεις του καϊμακιού προσθέτανε λίγο αλάτι, για νοστιμιά και συντήρηση. Τα κοβλάκια με το καϊμάκι φυλάσσονταν για κάποιους μήνες σε δροσερό μέρος και μετά, το περιεχόμενό τους, που έμοιαζε κάπως με το σημερινό κασέρι, ήταν έτοιμο για κατανάλωση. Μπορείτε να φανταστείτε τη γεύση μιας στρώσης τέτοιου κασεριού μέσα σε τηγάνι με λίγο καυτό ποντιακό βούτωρον κι από πάνω δυο σιγοψημένα αυγά μάτια; Αυτό κι αν είναι έδεσμα!                     

 Οικογένειες της Βαρενούς

Όπως αναγράφονται στο σχεδιάγραμμα της Χαρίκλειας Παπαδοπούλου το γένος Ευτυχίδη. Πολλές οικογένειες αναφέρονται με το όνομα γυναικών, όπως επικράτησε.

Αηλέτσα, Χ``Βαρβάρα, Ζεϊπέκης, Κουσίδης Χρήστος, Λευθερίνα, Παρχάρα, Κιοταρία, Σιαλάβα, Μουζενίδης, Γιαλτόγλου Γεώργιος, Παπαγιαννίδης, Κουλή, Χατζάβα, Πλακίδας Ευστάθιος, Πλακίδας Θεοδωρος, (Πλακιδάντων), Παπαδόπουλος-Χαριτάντης Ιωάννης, Παπαδόπουλος-Χαριτάντης Θεόδωρος (Οικόνομον), (Χαριτάντων), Χοϊχοϊσαββας, Τραντούλα, Παργιαμίνα, Εμινίνα, Χ``Παρασκευάς (τραπεζίτης), Σοπρανίνα, Παπαλαζάρου (Παπαλαζαράντων), Πετρίδης Πέτρος, Αμπατζής Ανδρέας, Αμπατζής Παναγιώτης (Πάντζος), Ευτυχιδάντων, Γεωργιάδου Αζιζίνα, Φερμάντς, Κουσιδάντων (Θεόδωρος, Σάββας Ηρακλής), Κλωναρέτσα, Μουζενίτσα Μαργαρίτα, Κομεσσία, Χανιφέτσα, Παπασαββίνα, Ιάκωβος της Κουλής, Σαπρανίνα, Οικονόμου, Σουμελιδάντων, Γοϊμτσής-Χρυσοχόου (Χρυσοχοάντων), Ξαντινίνα Αντωνιάδου, Μουτσανίνα, Βασιλειάδης Νικόλαος, Ξαντινίνα, Αβραμάντων, Αποστολιδάντων, Παπαπαναγιώτου, Μολέσα, Κισίδης (Κισιδάντων).



[1] Βαρενού, χωριό της περιοχής Κρώμνης, της επαρχίας Τραπεζούντος

Βαρενού:Γεωγραφικά στοιχεία από το google.earth: πλάτος 40ο 32` 57`` Β, μήκος 39ο 32` 38`` Ε, υψόμετρο 1750 μ.

Απόσταση μισής ώρας από την Κρώμνη, τεσσάρων ωρών με άλογο από την Αργυρούπολη και πλέον των δέκα ωρών από την Τραπεζούντα. Νότια από το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά.

[2] Φ.Δ. Κουτσουπιά:  `` Γερβάσιος Σουμελίδης - Ο Άγιος της Παιδείας ``, Εκδόσεις , Η ΣΥΝ(+)είδηση,

[3] Ήταν αδελφός του παππού μου Ιωάννη Παπαδόπουλου - Χαριτάντη και του αρχιμανδρίτη Θεόδωρου Παπαδόπουλου - Χαριτάντη. Αμφότεροι είναι ενταφιασμένοι στο μοναστηράκι του Σωτήρα στη Νέα Κρώμνη Δράμας. Το επώνυμο Χαριτάντη αναφέρεται στο γένος.

[4] Ήταν θείος και νονός του πατέρα μου Ευριπίδη, (1908-1970), στον οποίο και έδωσε το όνομά του.

[5] http://kromni.blogspot.gr/2015/05/ramazan-nas.html

[6] Χρήστου Τσαριλίδη Ν.: `` Η ΚΡΩΜΝΗ - Από τον παππού στον εγγονό ``, Κωδικός: Β135585

[7] αστυνομικούς

[8]΄Σάββα Ιωαννίδη: `` ΙΣΤΟΡΙΑ και ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΟΣ και της περί αυτήν χώρας ως και περί της ενταυθα ελληνικής γλώσσης ``,  Εν Κωνσταντινουπόλει, 1870.

[9] εύφορος δρυμός,

[10] https://www.google.gr/search?q=%CE%92%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%8D+%CF%84%CE%BF%CF%85+%CE%A0%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%85&gws_rd=cr,ssl&ei=5C6rVs3GM4mMavOasKgG

[11] Μυζήθρα

[12] Στραγγιστό ξύγαλα

[13] Αραιωμένο ξύγαλα

[14] τσιγαρισμένο κρέας που φυλάσσονταν αλατισμένο μαζί με το λίπος του σε μεγάλα πήλινα πιθάρια. Μπορούσε να διατηρηθεί ολόκληρο έτος.

[15] 1250 γρ.

      
      

 

     

 

     

 

Go to top
JSN Boot template designed by JoomlaShine.com