Κάπως έτσι ξεκίνησε εκείνη η ιστορία, χάραμα καλοκαιριού, σε μια όμορφη ελληνική ακρογιαλιά.

− Φαίνεσαι πολύ περίεργος. Δεν μου μοιάζεις για πουλί !
− Πώς ...άκουσα καλά;
− Λέω..., δεν μου μοιάζεις για πουλί !
− Μπορεί και να μην είμαι, ποιός ξέρει... Όμως, ποιός είσαι που μου μιλάς;

Από  βραδύς  ο  αέρας  είχε  καταλαγιάσει νωρίς, αφήνοντας διακριτικά τη θά λασσα να χαϊδολογιέται με την αμμουδιά, ώσπου, αυτή πλανεμένη αποκοιμήθηκε. Ούτε καν υποψία από φλοίσβο. Μόλις που έσκαγε λίγο κυματάκι πάνω στην άμμο, μόνο και
μόνο για να θυμίζει πως υπήρχε.

Άλλο που δεν ήθελε και ο πρωινός ήλιος να λούσει την παραλία με άπλετο χρυσαφένιο φως.

Κι όπως το φως έπεφτε ξυστά, ίσα-ίσα με τη γη, γιγάντωνε τις σκιές από το κάθε πετραδάκι. Να έβλεπες τότε το πως ξεγελιότανε ο κάθε κόκκος άμμου που νόμιζε πως ξαφνικά γίνηκε χρυσαφένιος βράχος και βάλλονταν να ξεγελάσει τη φύση επιστρέφοντας το φως σαν μικρός ήλιος. Ήταν το ευχαριστώ του, με το δικό του τρόπο. Τέτοιες εικόνες δεν μπορούν να περιγραφτούν ούτε με λόγια, αλλ' ούτε και με φωτογραφίες, για να μπορεί το μυστήριο αυτό να φανερώνεται, πάντα ζωντανό, μόνο στα μάτια.

Την ευκαιρία αυτή έψαχνε κι ο γλάρος, που σκέφτηκε να κάνει την πρωινή του βόλτα πάνω στην απάτητη υγρή αμμουδιά, όπως πάντα συνήθιζε να κάνει.

Και με την τέχνη, που από τους προγόνους του γνώριζε, κατέγραφε ένα-ένα τα βήματά του πάνω στην άμμο. Τρεις γραμμούλες ήταν η υπογραφή του, που μ' αυτήν σχεδίαζε, πατημασιά-πατημασιά, την παραλία.

Κατεβάστε το υπόλοιπο εδώ (46 σελίδες)

      
      

 

     

 

     

 

Go to top