Ποίημα του Γιάννη Χαριτάντη απο το βιβλίο Τραντέλληνες: Από τον Μύθο στην Ιστορία του Πόντου.

 

 

 

Καντήλι μου σβηστό και εικόνισμα βουβό
που τώρα να προσευχηθώ και σε ποιόν να προστρέξω;
Μήπως δεν γεννηθήκαμε σ'αυτόν τον τόπο,
μήπως δεν ζήσαμε εδώ χιλιάδες χρόνια,
δεν τραγουδήσαμε εδώ, δεν ερωτευτήκαμε,
δεν χτίσαμε εδώ τα σπίτια και τις εκκλησιές μας;
Ποιός το 'ταξε να πεθάνουμε ή να ξεριζωθούμε έτσι;

Τυφλή Ιστορία κι άκαρδη
εκατόν γεννιές ελληνικής ψυχής σ'αυτήν τη γη
δοξάσαμε τον τόπο με το αίμα μας
τιμήσαμε τον άρτο που κερδίσαμε
τα γράμματα που αναδείξαμε
τον Θεόν που πιστέψαμε.
Μαύρη μοίρα κι άδικη, δεν μπορώ να σε δεχτώ!

Πως να αφήσουμε τα σπίτια μας μες στη φωτιά,
πως τους νεκρούς μας αλιβάνιστους να θάψουμε;
Πως ν'ατιμάζονται τις εκκλησιές να βλέπουμε
και που των άγιων μας τα λείψανα να κρύψουμε;
Κι ό,τι κοπιάσαμε, κι ό,τι πονέσαμε,
κι ό,τι λατρέψαμε και αγαπήσαμε πόνος να γίνει και καημός!
Χάθηκαν γη και όνειρα αντάμα απ'τα μάτια μας.

Στα αμελέ ταμπουρού τα παλικάρια μας
στα κολαστήρια που τις καρδιές τους λύγησαν,
κι ο χάρος άδοξα θέρισε τις ψυχές τους.
Αμέτρητοι οι που έφυγαν, κουρέλια οι που γύρισαν οι λίγοι,
κι όσοι Ακρίτες γίναν και Τραντέλληνες χάθηκαν αβοήθητοι.
Άλλοι τη μοίρα όρισαν για εκείνους.
Κλάψον Δάφνε'μ και μυριγμένε ποταμέ!

Πορείες ατέλειωτες στο πουθενά, μ'ένα φιρμάνι δυο γραμμών,
πορείες πείνας, δίψας και άδικου θανάτου.
Μήτε παιδί, μήτε μάνα, μήτε και γέροντας
συμπόνια βρήκε απ'το λευκό θάνατο του εκτοπισμού.
Κι όσοι αλλαξοπίστησαν κρυμμένοι έκλαιγαν,
τον χαμό του αδελφού μη μπορώντας ν'αντέξουν.
Που βρέθηκε τόση σκληρότητα πάνω στη γη;

Γράμμα ο ετοιμοθάνατος στέλνει στην κυρά του
πριν τη θηλιά του βάλουν στο λαιμό.
"Εσύ θα είσαι το στήριγμα του σπιτιού αν αποθάνω.
Φίλησε την θηγατέραν που και τους υιούς μου
τους αδελφούς και τα αδελφάς μου, καθώς και
τον Νικόλαον, τον Ηλίαν, τον Γιάγκον και Σωκράτην.
Εγώ, εκ του ουρανίου κόσμου θα σας επιβλέπω ευτυχής.

Ποιόν να πρωτοκλάψεις μαυροφορεμένη μάνα,
τον γιό σου ή τον άντρα σου, τον αδερλφό ή τους συγγενείς;
Ούτε οι μισοί απόμειναν!
Σφούγγισε τα δάκρυα από τα μάτια σου και πάρε δύναμη
πίσω απόμειναν τα ορφανά και οι γερόντοι.
Λύκαινα μάνα, μάνααα..., κράτησε ζωντανά τα βυζανιάρικα και τα μωρά.
Δόλια μάνα..., πάνω σου ακουμπάει το γένος τώρα.

Κι ύστερα ο αποχωρισμός.
Η Ανατολή και η Δύση που χάθηκαν. Πού άραγε θα ξημερώνει τώρα;
Ο ήχος της καμπάνας και της λύρας σώπασαν.
Το σπίτι και η αυλή, το βιος τους και το έχει τους, οι αποθαμένοι τους,
οι κορυφογραμμές και η θάλασσα, που όριζαν τον τόπο τους,
η μυρωδιά του τόπου και τα χρώματα,
κι ο φέγγος, που γνώριζαν πως ανατέλλει, όλα χάθηκαν.

Πρώτα την πίστη τους πήραν μαζί τους,
τι εικόνισμα του σπιτιού μες σε κουρέλια τυλιγμένο
και τον σταυρό απ'το λαιμό, κρυμμένο στην καρδιά τους.
Σ'ένα σακούλι λίγο χώμα απ'τα μνήματα, τρία κλαδάκια αμάραντου,
ένα κουκούμι με νερό και δύο καρβέλια, όσοι είχαν.
Μαζί τους και η προσευχή και η ελπίδα.
Μάνα Παναγιά, σε σένα ακουμπάμε την ελπίδα μας!

Μην κοιτάς πίσω, αδελφέ,
δεν έχεις πια Πατρίδα, ούτε και ταυτότητα
δεν σε ξέρουν τώρα ούτε για Πόντιο, ούτε και για άνθρωπο,
σε ξέρουν για πρόσφυγα. Αυτό είσαι τώρα. Πρόσφυγας.
Κράτα εσύ τον Πόντο που ήξερες στην καρδιά σου.
Αυτός ο Πόντος θα είναι πάντα μαζί σου. Θα ζει για πάντα!
Μην κοιτάς πίσω. Τραγούδησε τον Πόντο όσο θα υπάρχεις.

Go to top

Please consider supporting PontosWorld.com

Amount