Το καράβι

 

Από τον Γιάννη Χαριτάντη


29 Μαρτίου 2020
Μέρες απομόνωσης,
για να μπορείς να ταξιδέψεις.
Ακολούθησέ με.

  
    Πόσο μου αρέσουν τα ταξίδια του νου! Απόψε είδα πως ταξίδευα πάνω σ' ένα μεγάλο πειρατικό καράβι, και... ήταν το σωσίβιο μου αυτό το καράβι. Ήταν σαν μια τεράστια φωτεινή πολιτεία που ταξίδευε με σιγουριά πάνω στο νερό. Μαζί και η φωτεινή σκιά του στο νερό, που δεν αποχωρίζονταν ποτέ το καράβι. Από κοντά και ο φωτεινός διάδρομος του φεγγαριού που χάραζε τη ρότα.

    Περίεργο! Ποτέ μου δεν φαντάστηκα πως μπορούσα να  ταξιδέψω με πειρατικό καράβι, κι όμως, απόψε ένοιωθα πως γεννήθηκα πάνω σ' ένα τέτοιο καράβι.

    Ταξίδευα χωρίς να γνωρίζω από πού ξεκίνησα και πού θέλω να φτάσω. Πόσο μου αρέσει να κάνω πάντα πλούσια όνειρα που δεν χρειάζονται χρήματα! Τι ωραίο να ταξιδεύεις πάνω σε ανέξοδα όνειρα που σε κάνουν ευτυχισμένο! Τι ωραίο να ταξιδεύεις χωρίς φόβο πάνω σε κρυφές επιθυμίες! Γι' αυτό, απόψε αφέθηκα να ταξιδεύω επάνω στο καράβι μου. Ταξίδευα - ταξίδευα αλλάζοντας συνεχώς εποχές και τόπους χωρίς το καράβι μου να πιάνει ποτέ λιμάνι, γιατί... δεν το χωρούσε κανένα λιμάνι, ή μάλλον, δεν το δέχονταν κανένα λιμάνι. Άραζε πάντα αρόδο, μακριά από κάθε αγκυροβόλιο, και προκαλούσε τη στεριά για να το ζηλεύει. Τότε ήταν που λυπόμουν τη στεριά μαζί με τους ανθρώπους της καθώς τους έβλεπα γαντζωμένους πάντα στο ίδιο μέρος. Ακολουθούσαν τη ρότα των πολλών. Ακίνητοι και άβουλοι περίμεναν τον ήλιο να τους χαιρετήσει κάθε πρωί χωρίς να μπορούν να τον ακολουθήσουν στο ταξίδι του. Κάποτε ήμουν κι εγώ μαζί τους μέχρι που έμαθα να ονειρεύομαι. Ευτυχώς! Και τώρα τα όνειρά μου γίνονται, άλλοτε καράβια, και άλλοτε άσπρο ατίθασο άτι και με ταξιδεύουν.

    Πάνω από το καράβι μου οι άνθρωποι μου φαίνονταν ριζωμένοι με άγκυρες καρφωμένες βαθειά πάνω στο χώμα. Εκεί καθώς ήσαν ακίνητοι έβλεπαν να κινείται γύρω τους μόνον η σκιά τους, καθώς τους κοίταζε ο ήλιος από διαφορετική γωνία. Μου έμοιαζαν με αγαλμάτινα πιόνια πακτωμένα σταθερά πάνω στο ίδιο τετραγωνάκι μιας θλιβερής σκακιέρας. Περίμεναν άβουλοι το πεπρωμένο τους. Πρώτη μου φορά ένοιωσα τόση λύπηση για τους ανθρώπους. Τι περιμένουν και δεν αλλάζουν θέση, αναρωτήθηκα. Ποιόν περιμένουν να τους ταξιδέψει; Σε ποιόν έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους; Γιατί δεν κουνούν κι αυτοί τα χέρια τους; Πώς μπορείς να ελπίζεις χωρίς να ταξιδεύεις; Ευτυχώς, δεν ήσαν όλοι οι άνθρωποι έτσι, γιατί υπήρχαν και λίγοι που δεν ήσαν δεμένοι πάνω στη στεριά, που ήξεραν να ταξιδεύουν. Γι' αυτό, θέλω οι άνθρωποι να μάθουν να ``ταξιδεύουν``, ο καθείς με τον τρόπο του.

    Τι ευτυχία που ένοιωθα απόψε ταξιδεύοντας με το καράβι μου! Πάλευα με τους αέρηδες, πολεμούσα με το κύμα, κονταροχτυπιόμουν με τη φουρτούνα κι έτσι ένοιωθα πως η ζωή δεν μου χαρίστηκε, αλλά, την κέρδισα μόνος μου μέσα από έναν σκληρό αγώνα. Έτσι ένοιωθα πως υπάρχω. Ταξιδεύοντας απόψε ένοιωσα πως θέλω να υπάρχω ακόμα. Ταξιδιάρικο καράβι είναι κι ο αγώνας και πάνω σ' αυτό ταξιδεύω ακολουθώντας προσεκτικά τον μπούσουλα, για να χαράξω την πορεία μου, χωρίς να γνωρίζω πού θα με βγάλει. Όμως, μ' αρέσει να χαράσσω κάποια πορεία αδιαφορώντας για την προκλητική αβεβαιότητα του αύριο, αφού, γνωρίζω καλά τη βεβαιότητα του χθες. Μια βεβαιότητα, δυστυχώς, με πολλά λάθη, που προσπαθώ να μην επαναλάβω!

    Κάπως έτσι είναι το όνειρο μου πάνω στο καράβι μου. Είναι το όριο ανάμεσα στην ανακουφιστική ραστώνη της νύχτας και στην επώδυνη σκληρότητα της πραγματικότητας της μέρας. Είναι η άλλη ματιά στα πράγματα, αυτή που διστάζει να βγει στο αληθινό φως, για να μη φανερώσει τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες μου.

    “ Για να μη φανερώσει κάποιες αλήθειες σου, θέλεις να πεις, μάλλονˮ

    “ Όχι, η αλήθεια δεν χρειάζεται το όνειρο για να φανερωθεί. Αυτή διαλέγει άλλους δρόμους μέσα από τις λέξεις, αρκεί να ξέρεις να ξεχωρίζεις αυτές τις λέξειςˮ

    Μέσα στο όνειρο, λοιπόν, αν αναζητήσεις την ελπίδα σου στην πραγματικότητα, τότε, μπορεί ν' αράξεις ξέμπαρκος στα άβαθα, βλασφημώντας την πεζότητα κάποιων άχαρων χρόνων. Αν πάλι αναζητήσεις την ραστώνη σου, πρέπει να προσέξεις να μην μείνεις μόνον σ' αυτήν για πολύ. Γι' αυτό χρειάζεται να ξέρεις ακόμα και πώς να ονειρεύεσαι. Λίγο αν στραβοπατήσεις, το καράβι σου μπορεί να γίνει το καλάμι σου.

    Προς το παρόν ας γυρίσουμε στο ταξίδι. Μόνο ένα ονειρικό καράβι θα μπορούσε να με ταξιδέψει απόψε, πολλά χρόνια πίσω, σ' ένα μαγευτικό αιγαιοπελαγίτικο νησί. Πόσο ζωντανά εμφανίζονται όλα μπροστά μου ακόμα! Μακριά από το βάθος της καλντέρας το φως του πρωινού ήλιου επέστρεφε στα μάτια μου τους ιριδισμούς του καθώς έπεφτε πάνω στην αρχαία λάβα των βράχων της Οίας. Και μαζί με το φως επέστρεφε και το τραγούδι ενός περαστικού τουρίστα αέρα.

Et si tu n'existais pas
Dis-moi pourquoi j'existerais?

Τι κρίμα που τα γαλλικά μου ήσαν τόσο φτωχά για να μπορέσω να απαντήσω κι εγώ με την ίδια τραγουδιστή γλώσσα. Ευτυχώς που η ανεπάρκεια των γαλλικών δεν με εμπόδισε να οσμιστώ την θαλασσινή αύρα στο πέρασμα του ερωτικού αέρα. Μαζί μου κι ένα γλαρόνι που ζύγιζε τα άσπρα φτερά του αιωρούμενο πάνω από το καράβι, παίζοντας με τον αέρα. Ήξερε να οσμίζεται κι αυτό τον αέρα. Η ευτυχία δεν είναι προνόμιο μόνον των ανθρώπων. Η ευτυχία είναι μικρές στιγμές φυλαγμένες καλά μέσα στο πέλαγο του αέναου βουβού χρόνου, με τρόπο που να γίνονται εκπλήξεις της ζωής.

    Πόσα πρωινά και πόσα ηλιοβασιλέματα  μπορεί να χωρέσει ένα όνειρο για να γεμίσει την ψυχή που διψάει; Πόσο, άραγε, να κράτησε αυτό το όνειρο;     Δεν ξέρω πόσο διαρκεί το πλάνο μιας σκηνής ενός ονείρου. Σημασία όμως έχει πώς το νοιώθεις. Το όνειρο σε κρατάει ζωντανό μέσα στον ατέλειωτο χρόνο και χτίζει το νέο σκηνικό παλιάς ομορφιάς με τον νέο, τον δικό του απαράμιλλο τρόπο. Οι πεταλούδες που γίνονται λάγνες νύμφες του πελάγου, που κάνουν τον αέρα να τραγουδά, που πλέκουν το ποίημα της ζωής, που σε κρατούν μαγεμένο. Τι τρέλα! Ίσως αυτό να είναι η διαφορετική ανάγνωση παλιών αναμνήσεων που έχουν αφήσει το στίγμα τους πάνω μας. Ίσως να είναι εκείνες οι στιγμές που διατηρούν άσβεστο το αποτύπωμα της ευτυχίας. Μπορεί ακόμα να είναι μια προσμονή. Γι αυτό, το όνειρο μπορεί να γίνει ατέλειωτο, κι εσύ τότε δεν έχεις λόγους να κατέβεις από το καράβι.

    Η θάλασσα τη νύχτα πάνω απ' το καράβι μοιάζει με άβυσσο, όμως, δεν έχεις λόγο να τη φοβάσαι, γιατί είναι ταυτόχρονα και λάγνα γυναίκα. Είναι η μυθική γοργόνα, με τα υγρά καστανά μαλλιά της ριγμένα στην πλάτη, και με το συντροφικό της τραγούδι να σε αναζητάει όπως τον Αλέξανδρο της. Έχω την αίσθηση πως η θάλασσα είναι αυτή που γέννησε τη γυναίκα και της έδωσε τα δικά της χαρακτηριστικά. Φουρτουνιασμένη κάποιες στιγμές, γαληνεμένη και ερωτική κάποιες άλλες. Οι δεύτερες,  που μένουν αξέχαστες, κρύβουν τις πρώτες.
Αχ, θάλασσά μου ερωτική!
Πρέπει να μπορείς να ξεχωρίζεις πότε θα την αγκαλιάσεις και πότε θα την αρνηθείς. Αλλά, κι όταν την αρνηθείς δεν μπορείς να ζήσεις μακριά της.    

“ Σε σένα μιλάω ˮ

“ Μερικές φορές δεν σε καταλαβαίνω ˮ

“ Δεν πειράζει. Μου είναι αρκετό που με διαβάζεις. Σου είπα από την αρχή ότι απόψε ταξιδεύω χωρίς να γνωρίζω πού θέλω να φτάσω. Και μην ξεχνάς πως ταξιδεύω πάνω σε πειρατικό καράβιˮ

     Το τραγούδι της θάλασσας είναι σαν το χάδι μιας γυναίκας και είναι το βάλσαμο της ψυχής. Είναι οι στιγμές του ονειρικού χρόνου που κάνουν το καράβι να σταματάει μόνον σ' αυτές, για να κουρσέψει την ευτυχία. Δεν έχει διαφορά αν είναι αληθινές στιγμές, ή, αν είναι ανεκπλήρωτοι πόθοι. Όπως και να 'ναι, σημαντικό είναι που ξέρουν πώς να σε ταξιδεύουν. Η δική σου τέχνη είναι να ξέρεις να ξεχωρίζεις τις στιγμές, και τότε... είναι που το καράβι σου γίνεται το σωσίβιό σου! Μάθε να ακούς το τραγούδι της θάλασσας που είναι ο έρωτας της γυναίκας.

“ Θυμάμαι, όμως, που μου έλεγες πως η γυναίκα είναι τριαντάφυλλο με αγκάθια ˮ

“ Ναι, αλλά τα αγκάθια δεν την εμποδίζουν να γίνεται τριαντάφυλλο, όταν ξέρει την τέχνη της ˮ

“ Πώς ξέρεις και τα μπαλώνεις! ˮ

“ Μαζί μου είσαι απόψε, κι εγώ που νόμιζα πως ταξίδευα μόνος μου. Γι' αυτό το ταξίδι μου είναι τόσο όμορφο; ˮ

    Απόψε είδα πως ταξίδευα πάνω σ' ένα μεγάλο πειρατικό καράβι και... ευτυχώς δεν ήμουν μόνος μου. Ούτε και στον Παράδεισο δεν θα ήθελα να ήμουν μόνος μου. Μ' αρέσει πολύ το γυναικείο άρωμα! Κάνει πιο όμορφη τη ζωή!

Μέχρι το επόμενο ταξίδι,

Καληνύχτα


Ο Γιάννης Χαριτάντης, Πόντιος στη καταγωγή, μεγάλωσε στη Δράμα. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και κατόπιν ειδικεύτηκε στην Ηλεκτρονική. Για πολλά χρόνια υπηρέτησε ως καθηγητής Ηλεκτρονικής στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Το πρώτο του λογοτεχνικό βιβλίο με τίτλο Οδός Ευξείνου Πόντου δημοσιεύτηκε το 2008. Στο βιβλίο αυτό αναδεικνύει τις αρετές, τον τρόπο ζωής και τον πολιτισμικό πλούτο των προσφύγων Ποντίων, μέσα από μια ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Το 2014 ακολούθησε η σειρά διηγημάτων του με τίτλο Στα μονοπάτια του νου και του κόσμου, όπου παρουσιάζονται εικόνες και προβληματισμοί της καθημερινής ζωής, όπως αυτές σχηματοποιούνται μέσα από τις διαδρομές της σκέψης, για να γίνουν, τελικώς, εικόνες του νου. Δείτε το υπόλοιπα βιβλία του.

 

Related Articles

Ο γλάρος και η πέτρα

The Seagull and the Stone