του Γιάννη Χαριτάντη

`Είναι μικρή η βάρκα μου,

όμως,

μπορεί να ταξιδεύει τα όνειρά μου``

      Ξύπνησα ή κοιμάμαι ακόμα; Τι σημασία έχει, όμως· ο κόσμος είναι ωραίος και στον ύπνο και στον ξύπνιο. Καλύτερα θα έλεγα ότι ο κόσμος είναι ο ίδιος και στον ύπνο και στον ξύπνιο. Μήπως δεν είναι ένα μακρύ όνειρο η ζωή;

         Ήμουν λέει παιδί που μόλις που έκλεισε τα έξι. Και μου άρεσε όταν ξυπνούσα το πρωί και χαιρόμουν το φως στην αυλή του φτωχικού σπιτιού μου, του παλατιού μου, εκεί στη φτωχογειτονιά που χτίστηκε με άπειρα όνειρα. Και έπαιρνε το σπίτι μου τη γλυκιά εικόνα της μάνας μου κι αυτή η εικόνα γίνονταν στέγη μου, στήριγμα και αετοφωλιά μου. Μόλις ο ήλιος της καρδιάς της ζέσταινε τον αέρα, άνοιγα τα φτερά μου και πέταγα ψηλά εκεί όπου κανένα πουλί δεν μπορούσε να φτάσει. Τρύπωνε ο αέρας κάτω από το κεραμίδι και φούσκωνε τα μαλλιά της, που δεν προλάβαινε να χτενίσει, καθώς ξύπναγε πάντα τα χαράματα για να προλάβει τη ζωή. Κι ύστερα η εικόνα εκείνη γινότανε μια αγκαλιά που αγκάλιαζε τον κόσμο μου. Είναι τόσο ζωντανά όλα αυτά μέσα μου, και δεν είναι ψεύτικα, και δεν χάθηκαν. Αλίμονο αν χαθούν. Ευτυχώς που οι παλιές εικόνες ζωντανεύουν. Γι' αυτό υπάρχει το όνειρο. Έτσι μπορώ να χτίζω το δικό μου κόσμο και να ζω μέσα σ' αυτόν.

Μ' αρέσει ακόμα και τώρα να τρέχω μέσα στο λασπωμένο σοκάκι της γειτονιάς μου και να τσαλαβουτάω μέσα στη λάσπη του βροχόνερου· στη λάσπη του δικού μου τόπου· στη λάσπη που γνωρίζω και με γνωρίζει..., και δεν με λερώνει! Παράξενο, αλλά αισθάνομαι πως παίρνω δύναμη κάθε φορά που προσπαθώ να ξεκολλήσω τα πόδια μου από τη λάσπη. Είναι μια απίστευτη νίκη. Μέσα από τη λάσπη προσπαθώ να βγάλω και το μικρό κονσερβοκούτι που σέρνω δεμένο με μια κλωστή, σαν όχημα μου. Και δεν είναι κονσερβοκούτι..., είναι η ζωή μου!

     “Όχι δεν θα μείνεις στη λάσπηˮ,

λέω κάθε φορά, και το πιστεύω πολύ. Είναι απίστευτο πόση δύναμη μου δίνει κάθε φορά ένα τέτοιο ξεκίνημα. Και να 'ταν μόνον αυτό! Είναι όλα, όλα εκείνα τα πράγματα γύρω μου, λουσμένα με αγάπη, που κάνουν τον κόσμο μου όμορφο. Ποτέ δεν χάθηκαν. Τι να πω για τις θεόρατες ακλάδευτες λεύκες του γείτονα που κάθε τόσο τους έλειπε και ένα κλαδί σαν τύχαινε να φυσήξει λίγος αέρας, όμως δεν αρνιούνταν να φιλοξενήσουν τα σπουργίτια κάθε που έγερνε ο ήλιος στη Δύση. Τι χρώματα, Θεέ μου, στον ουρανό!

“Για ποιές λεύκες μιλάς; Αυτές έχουν κοπεί από καιρόˮ

“Μα, τι μου λες, αφού οι κορυφές τους οριοθετούν τον τόπο από μακριά, και το βλέπω ακόμαˮ

            Βλέπω ακόμα πως ο πλινθόκτιστος αχυρώνας του γείτονα κοντεύει να σωριαστεί πριν από τον γέροντα ιδιοκτήτη του, που μετά βίας στέκεται στα πόδια του. Όμως, αυτός ο αχυρώνας κάποτε ανάστησε ψυχές. Αυτός ο τόπος ανάστησε ψυχές κι αυτοί οι άνθρωποι είναι ο κόσμος μου! Τι κι αν είναι μια σταλιά τόπος, τι κι αν είναι μια φούχτα άνθρωποι. Τι κι αν δεν υπάρχουν πια. Όχι..., ψέμμα είναι. Για μένα υπάρχουν και θα υπάρχουν πάντοτε. Μήπως μέσα σ' αυτόν τον κόσμο δεν είναι και οι δικοί μου άνθρωποί, και οι φίλοι μου, αλλά, και οι φόβοι μου και οι ανησυχίες μου, που με δυναμώνουν και με κρατάνε ζωντανό και όρθιο; Γι' αυτό λέω πως όλα όσα γνώρισα είναι όμορφα, και ιδιαίτερη είναι η ομορφιά των ανθρώπων. Υπάρχουν, βεβαίως, και κάποιοι μυστήριοι γι αυτό ο καθένας χρειάζεται τη δική του ανάγνωση. Αυτά, όμως, ας μείνουν μεταξύ μας.

           Μπορεί να είναι μικρός ο κόσμος μου, όμως εμένα μου αρκεί που χωράει τα όνειρά μου!

           Μόλις που έκλεισα τα έξι κι όμως πίστευα πως ήμουν αρκετά μεγάλος. Ένιωθα μεγάλος γιατί οι μέρες μου ήταν μακριές τόσο που χόρταινε η ψυχή μου να τις ζω. Τα ημερήσια σχέδια μου άλλαζαν το ένα μετά το άλλο κι εγώ έκανα συνεχώς νέα γιατί είχα ατέλειωτο χρόνο μπροστά μου. Εκεί στα έξι ήταν και η εποχή που τα όνειρα γίνονταν σχέδια ζωής τέτοια που μπορούσαν να μου γεμίζουν τον κόσμο. Ο χρόνος όμως έτρεχε αλλάζοντας συνεχώς το νόημα της ζωής. Και καθώς ο χρόνος έτρεχε οι μέρες μίκραιναν και τα όνειρα γινότανε όλο και πιο λίγα. Το νόημα της ζωής ακολουθούσε τη ροή του χρόνου. Ακόμα και τα όνειρα ακολουθούσαν τη ροή του χρόνου. Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς αυτά τα πράγματα δένουν έτσι μεταξύ τους. Κι όταν η ζωή δένει με τα όνειρα και με το χρόνο τότε δεν έχει διαφορά αν κοιμάσαι ή αν είσαι ξύπνιος, όσο αυτό το παιχνίδι συνεχίζεται. Στο όνειρο, όμως, το ρυθμό του χρόνου τον ορίζεις εσύ, και είναι αυτό η μοναδική φορά που μπορείς να κερδίσεις εσύ στο παιχνίδι με το χρόνο.

           Κοιμάσαι και ξυπνάς, που πάει να πει, χάνεσαι και υπάρχεις πάλι, για να μπορείς να τρέχεις μπρος-πίσω στο χρόνο, στο παρελθόν και στο παρόν, να συλλέγεις φωτεινές εικόνες, να τις αποθηκεύεις στο νου και να τις φέρνεις πίσω όποτε θέλεις. Έτσι κρατάς ό,τι όμορφο, ό,τι πιο φωτεινό σου αρέσει, για να μην σκοτεινιάσει ποτέ η ζωή σου.

           Χαράματα ξυπνάει και ο πρώτος ιδρώτας και δεν χρειάζεται το ξυπνητήρι. Ξέρει τη δουλειά του. Σταγόνα - σταγόνα χτίζει με αγάπη τη μέρα. Αμέτρητος ο κόπος κι ούτε ένα αχ, γιατί κρύβεται μέσα στο πρέπει. Ακόμα κι ο πόνος γίνεται ωραίος όταν αγαπάς. Είναι ο πόνος της αγάπης. Κάτασπρα τα σεντόνια, που πλύθηκαν από τα κουρασμένα χέρια, για ν' αναπαύεται το όνειρο που ξέρει να ταξιδεύει μέρα και νύχτα. Πώς να ταξιδέψεις, άμοιρε, δίχως όνειρο; Θα χαθείς! Κι ο ήλιος ανατέλλει μόνον μέσα από ένα όνειρο που δεν έχει σύννεφα. Πώς να χαθεί το φως μέσα σε τόσα χρώματα; Πώς να χαθεί η αγάπη μέσα σε τόσες εικόνες που γεμίζουν τα μάτια και το νου με ομορφιά; Τι ωραία που ξέρει το όνειρο να κρύβει τις εικόνες και να τις ξαναφέρνει πίσω όταν σου λείπουν!

Ζήσε μέσα στο όνειρο!

           Δυο κουρασμένα χέρια που δεν λυπούνται να μοιράσουν το χάδι, κι ένα χαμόγελο που ξέρει να μιλάει.

“Μαζί σου είμαι, μην το ξεχνάς. Ταξίδεψε άφοβα. Σ' αγαπώ!ˮ

Αχ, αυτό το ``Σ' αγαπώ``, συνεχώς μπροστά μου! Και μετά..., πώς να χαθείς με τόση αγάπη!

Και μόνον ένα δευτερόλεπτο σ' αυτό το όνειρο μπορεί να σε κάνει ευτυχισμένο.

“ Αλήθεια, πώς μετράει ο χρόνος στο όνειρο;ˮ

Σου το 'πα. Στο όνειρο το χρόνο τον ορίζεις εσύˮ

Ξεφυλλίζω το άλμπουμ με τα φυλαγμένα όνειρα. Δεν χάθηκαν..., ευτυχώς. Είναι δικά μου, είναι τα όνειρά μου. Μ' αρέσει να παίζω με τα όνειρά μου.

“Άυλη μητέρα ζωή, Ανδριανή, Ευγενία, Χαρίκλεια, όπως κι αν σε λένε, παρθένα ψυχή, γενέτειρα μάνα, σ' αγαπώ κι εγώ. Μείνε στο όνειρό μου, του ύπνου και του ξύπνιου μου και μάθε με, πώς χτίζονται τα όνειρα, πώς χτίζεται η ευτυχία! ˮ

“Πολλά ζητάς, καλέ μου. Εικόνες σου έχω φυλαγμένες κι όχι συνταγές. Όμως έπρεπε να το γνωρίζεις ότι τα όνειρα χτίζονται με αγάπη και να μην απορείςˮ

“Ναι, αυτό το γνωρίζω...γιατί το νιώθωˮ

“Μην ξεχάσεις να φορέσεις το πανωφόρι σου. Κάνει κρύο έξωˮ

“Άλλο και τούτο. Κρυώνει κανείς, μωρέ, μέσα στο όνειρο; ˮ

“Κάνει ψύχρα, σου λέω. Φυλάξου, αν θέλεις να κρατήσει λίγο ακόμα το όνειροˮ

Μια λέξη μόνο μπορεί να είναι η αγάπη, κι όμως, ζεσταίνει την ψυχή! Φυλάξου!

“Πήγαινε τώρα στην επόμενη εικόνα. Αρκετά έμεινες ένα παιδί στα έξι τουˮ

Τι τρελό που είναι το παιχνίδι με το όνειρο, όμως, ποια είναι η επόμενη εικόνα;

           Αυτή η εικόνα νομίζω πως είναι είκοσι χρόνια μετά. Τι άλμα χρόνου είναι πάλι αυτό; Βλέπω να είμαι ντυμένος τη στρατιωτική στολή του έφεδρου αξιωματικού και το ασημί αστέρι να λάμπει πάνω στην επωμίδα. Έξω παγωνιά και το χιόνι μέχρι το γόνατο στην παραμεθόριο περιοχή.

“Θυμάσαι καλά..., το βλέπωˮ

“Ναι θυμάμαι, αλλά, είμαστε ακόμα σε όνειρο;ˮ

“Δεν μίλησε κανείς για όνειρο. Αυτήν την εικόνα την βλέπεις συχνά. Είναι εικόνα του ξύπνιου αυτή, γιατί σε χάραξε και δεν χάθηκε ποτέ. Την κουβαλάς μαζί σουˮ

“Δίκαιο έχεις. Αυτήν την εικόνα την βλέπω συχνά. Ένα νοικιασμένο δωμάτιο τρία επί τρία, σχεδόν άδειο από έπιπλα. Μια ξυλόσομπα στη μέση του δωματίου με το μπουρί της πυρακτωμένο, κι ένα ετοιμόρροπο σιδερένιο κρεβάτι παλιάς εποχής ακουμπισμένο στον τοίχο, δίπλα στην είσοδο του Παράδεισουˮ

“Μα..., πώς έμπλεξε ο Παράδεισος σ' αυτήν την ιστορία;ˮ

“Σ' αυτό θα απαντήσεις εσύ μετά, όμως, άκου αυτό που σου λέω τώραˮ

Το δωμάτιο μύριζε ζέστη. Μια δεκαοχτάχρονη γυναικεία σιλουέτα έκανε σουλάτσο μέσα στο δωμάτιο και μετά κόλλησε πάνω στο κρεβάτι ακίνητη σαν πολύχρωμη γυμνή φωτογραφία στο εξώφυλλο ακριβού περιοδικού που περιμένει κάτι. Το γέρικο κρεβάτι δέχτηκε γογγύζοντας το φορτίο, όμως, άντεξε κι αυτήν τη φορά στην ταλαιπωρία. Ο Παράδεισος, όμως, περίμενε ακόμα· δεν μπαίνεις εύκολα στον Παράδεισο. Ένας γλυκός αναστεναγμός ξεχύθηκε ανακουφιστικά στο δωμάτιο κι ένα χέρι απλώθηκε μέσα από τη φωτογραφία και με το δάχτυλο έγραψε ``Σ' αγαπώ``, πάνω στο νοτισμένο από τα χνώτα τζάμι του παραθύρου. Εκεί το ``Σ' αγαπώ`` έμεινε για πολύ λίγο κι ύστερα έγινε σταγόνες νερού σαν δάκρυα χαράς που κύλησαν προς τα κάτω. Σύντομα το ``Σ' αγαπώ`` χάθηκε από το παράθυρο γεμίζοντας με άρωμα το χιονισμένο σοκάκι της γειτονιάς, ένα βήμα πριν απ' το σκαλί του Παραδείσου. Τι φως είναι αυτό;

“Κράτα τη φωτογραφία ζωντανή στα μάτια σου και φύλαξε εκείνο το ``Σ' αγαπώ`` που δεν ήταν ψεύτικοˮ

“Το φυλάγω στην καρδιά μου και με οδηγεί να μην χαθώˮ

Πώς να χαθείς, μωρέ, με τόση αγάπη! Πυξίδα είναι η αγάπη! Μη φοβάσαι.

           Τρελαίνομαι να πέφτω στην αγκαλιά σου ``Σ' αγαπώ``, να παρασύρομαι από τη μαγεία σου, να λούζομαι στο άρωμά σου, να θαμπώνομαι από τα χρώματά σου. Μόνο που δεν μπορώ να σ' αγγίξω. Είσαι τόσο κοντά μου, αλλά, και τόσο μακριά μου. Πόσο χαρούμενος νιώθω όταν μου φέρνεις πίσω εκείνο το συναίσθημα που κάποτε έκλεψα από ένα λουλούδι, που ήταν φυτρωμένο πάνω στη σκληράδα της ζωής.

Ήταν όμως λουλούδι!

Ναι, ήταν λουλούδι. Τι ομορφιά!

Τότε φοβόμουν να το ακουμπήσω, τώρα με ακουμπάει αυτό.

Μονολογείς, θαρρώ, ή μου φαίνεταιˮ

“Όχι, ξεφυλλίζω τις εικόνες του νου και ταξιδεύωˮ

Η ομορφιά είναι θηλυκού γένους, μα όταν έρχεται από τόσο μακριά δεν έχει γένος, και ούτε που σε νοιάζει να έχει γένος. Οι άγγελοι δεν έχουν γένος, έχουν την αύρα του θείου.

Έχεις ποτέ κάνει παρέα με άγγελο;

           Ένα κύμα σκάει πάνω στο βράχο όπου κάθομαι για να δροσίσω τα πόδια μου. Το γαλάζιο παλεύει με το άσπρο ανταγωνιζόμενα ποιό θα αφήσει περισσότερο από το χρώμα του στη θάλασσα και στον ουρανό. Προσπαθώ να δω ποια αίσθηση θα επικρατήσει περισσότερο μέσα μου.

“Αστείο να λες πως υπάρχουν αισθήσεις στο όνειροˮ

Τι λάθος να θέλεις να δώσεις ταυτότητα σε ό,τι σε αγκαλιάζει. Άρπαξέ το και κάνε το δικό σου, ανόητεˮ

Σε κοιτάζω στα μάτια. Στέκεσαι δίπλα μου. Σε ρουφάω με βουλιμία θέλοντας να μεθύσω από το άρωμά σου. Υποψιάζομαι πως δεν ξέρεις τι θέλεις, πως διστάζεις να ξανοιχτείς σε μένα, καθώς με παρακολουθείς. Ξέρω πως τα όνειρα δεν κρατούν πολύ και σε λίγο θα φύγεις. Μείνε λίγο ακόμα. Μη με ξεχάσεις. Θα σου χαρίσω ένα κομμάτι από το δικό μου ``Σ' αγαπώ``, να το 'χεις φυλακτό σου.

Πόσο νέα είσαι..., Θεέ μου! Υπάρχουν ακόμα τέτοιες ηλικίες;

Γι' αυτό χρειάζομαι το όνειρο να γυρίσω το χρόνο πίσω να σε συναντήσω, χωρίς το φόβο της απόστασης του χρόνου. Εσύ, όμως, δεν έχεις λόγους να σπρώξεις το χρόνο μπροστά.

Είσαι ένα φρέσκο λουλούδι που προκαλεί το χρόνο!

“Μα, κι εσύ βλέπω πως παίζεις με τα όνειραˮ

Δεν παίζω με τα όνειρα, αγκαλιά μου. Ζω με τα όνειρα!ˮ

“Αυτό το όνειρο, αν είναι όνειρο, πότε χρονολογείται; Σ' έχω χάσειˮ

Μ' αρέσουν οι έξυπνες γυναίκες. Μ' αρέσουν οι γυναίκες που ξέρουν να διαλέγουν το άρωμα που τους ταιριάζει, μα, πιο πολύ μ' αρέσουν εκείνες που προσποιούνται πως δεν καταλαβαίνουν, όταν τις προσεγγίζεις. Δεν υπάρχει καλύτερη επιβεβαίωση ότι σε διαβάζουν.

Κάθισε δίπλα μου κι ας μην με καταλαβαίνεις. Δεν βιάζομαι να ξυπνήσω. Δεν το χάνω αυτό το όνειρο μαζί σου.

“Μ' αρέσει που ξέρεις να μοιράζεσαι απλόχερα το ``Σ' αγαπώ`` σουˮ

Κι εμένα μου αρέσει που ξέρεις να τρυπώνεις ξεδιάντροπα στα όνειρά μουˮ

           Κάποτε στα δεκαπέντε μου έκοψα μια φλούδα από τον κορμό ενός γέρικου πεύκου που υπήρχε στην αυλή του σχολείου μου.

“Με μπερδεύεις μ' αυτά τα πισωγυρίσματα του χρόνουˮ

Εμένα, με ξετρελαίνουν τα πισωγυρίσματα του χρόνουˮ

Μ' εκείνη την πευκόφλουδα, λοιπόν, σκάλισα μια βάρκα. Της φύτεψα και ένα κατάρτι, που πάνω του κυμάτιζε ένα μικρό άσπρο πανί. Στην πλώρη της κόλλησα κι ένα χαρτάκι με τ' όνομά της. ``Σ' αγαπώ`` τη λέγανε τη βάρκα μου. Από τότε το ``Σ' αγαπώ`` μου ταξιδεύει συνεχώς και μου αρέσει να το μοιράζομαι. Καταλαβαίνεις τώρα;

Είναι μικρή η βάρκα μου, όμως, μπορεί να ταξιδεύει τα όνειρά μου ακόμα!

Αυτή είναι η ομορφιά του ονείρουˮ

           Ξύπνησα, άραγε, ή κοιμάμαι ακόμα; Τι σημασία έχει; Ένα παιχνίδι ήταν, κι όμως..., δυσκολεύομαι να τ' αποχωριστώ.

``Καληνύχτα! ``

``Σ' αγαπώ``

8-4-2018


Ο Γιάννης Χαριτάντης, Πόντιος στη καταγωγή, μεγάλωσε στη Δράμα. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και κατόπιν ειδικεύτηκε στην Ηλεκτρονική. Για πολλά χρόνια υπηρέτησε ως καθηγητής Ηλεκτρονικής στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Το πρώτο του λογοτεχνικό βιβλίο με τίτλο Οδός Ευξείνου Πόντου δημοσιεύτηκε το 2008. Στο βιβλίο αυτό αναδεικνύει τις αρετές, τον τρόπο ζωής και τον πολιτισμικό πλούτο των προσφύγων Ποντίων, μέσα από μια ανθρωποκεντρική προσέγγιση.  

Το 2014 ακολούθησε η σειρά διηγημάτων του με τίτλο Στα μονοπάτια του νου και του κόσμου, όπου παρουσιάζονται εικόνες και προβληματισμοί της καθημερινής ζωής, όπως αυτές σχηματοποιούνται μέσα από τις διαδρομές της σκέψης, για να γίνουν, τελικώς, εικόνες του νου. Δείτε το υπόλοιπα βιβλία του.

 

 

Go to top

Please consider supporting PontosWorld.com

Amount